Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Σελιδοδείκτης | Ζαχαρίας Παπαντωνίου ή «Τα παθιασμένα… γράμματα της Μνημοσύνης» πάλι, της Κατερίνας Τσιούμα

Η δυναμική της αφορμής για να ξεκινήσεις και να ασχοληθείς με οτιδήποτε είναι κρίσιμη σε κάθε όψη του βίου. Έτσι και στον πνευματικό χώρο η αφετηρία είναι εξίσου σημαντική, μιας και το λευκό χαρτί (ή η λευκή οθόνη πια) αποτελεί τον ενδόμυχο φόβο των γραφόντων.

668

Βοηθός των ποιητών, των συγγραφέων ή των κάθε λογής γραφόντων κατ’ επέκταση εν τέλει, στέκεται η Μούσα, που επικαλούνταν ο επικός αοιδός, ή πιο συγκεκριμένα η Μνημοσύνη. Η μητέρα των Μουσών στη μυθολογία, αλλά και ο θησαυρός της σοφίας για την ρητορική συνεισφέρει στην διατήρηση των προσωπικών και συλλογικών βιωμάτων του παρελθόντος.

Η επίσημη ιστοριογραφία συγκρατεί τα μεγάλα αξιομνημόνευτα γεγονότα με τις προσωπικότητές τους, η γραφίδα όμως η λίγο-έως-απόλυτα λογοτεχνική λογαριάζει και τα μικρά και αφανέστερα… εκείνος ο βασιλεύς Καισαρίων στο ποίημα του Κ.Π. Καβάφη δεν θα ήταν τόσο γνωστός σήμερα αν «μια μνεία μικρή,/κι ασήμαντη, του βασιλέως Καισαρίωνος/δεν είλκυε την προσοχή» του ποιητή αμέσως στο ανά χείρας ιστορικό βιβλίο.

Η μνήμη και η μνεία, λοιπόν, είναι δυο στοιχεία που η γραφή αξιοποιεί για την ίδια, για το κείμενο, για τα πρόσωπα, αξιοποιώντας διάφορες πηγές και υλικά, φέρνουν το παρελθόν στο παρόν και το νοηματοδοτούν εκ νέου. Βέβαια, πέρα από την τρέχουσα έννοια της μνήμης, η memoria, η ενθύμηση δηλαδή, άνηκε σύμφωνα με τον Κικέρωνα στις βασικές τεχνικές της Ρητορικής (De Oratore, 55 π.Χ.)

Συχνά, βέβαια, η λογοτεχνία και η ποίηση έδωσε τα μέσα της για να γίνει μνεία (ή και μνημόσυνο, το κείμενο να γίνει αφιέρωση) σε προγόνους, προκατόχους, πατέρες στα γράμματα, τις τέχνες, την όποια ασχολία. Γνώριμοι μοιάζουν οι στίχοι: «Ηχήστε οι σάλπιγγες…» ή «Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!» από το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού για την κηδεία του Κωστή Παλαμά· οικεία μας είναι και τα «μνημόσυνα» ποιήματα του Βαλαωρίτη στη μνήμη του Κατσαντώνη ή του Διονυσίου Σολωμού, κ.ο.κ. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο προσωπικός θαυμασμός, η αίγλη του προσφιλούς προσώπου από το παρελθόν, η σημασία της εν ζωή δράσης του που ανακινούν τη μνήμη του νεότερου και που το θεματοποιεί ενδοκειμενικά η πένα του.

Ένα παράδειγμα είναι η ακόλουθη ακροστιχίδα για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου, που θα μπορούσε να αναγνωστεί ως στιχούργημα:


ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ζαχαρίας

1877-1940

Πάθος για γραφή!

Αρκετά τα είδη του λόγου με τα οποία καταπιάστηκε.

Πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου τον αποκαλούσαν!

Ακαδημαϊκός, κριτικός τέχνης, δημοσιογράφος, ποιητής.

Νέος έγραφε σατιρικούς στίχους, κατόπιν διηγήματα και θεατρικά.

Τη δημοσιογραφία υπηρέτησε πάνω απ’ όλα. Επί χρόνια πολλά.

Ως συγγραφέα Αναγνωστικού τον θυμούνται γενιές και γενιές.

Ναι, δικά του τα περίφημα «Ψηλά Βουνά» της Γ΄ τάξης.

Ιδιαίτερο σκηνικό του έστησε ο θάνατος, στα 63 του,

Όταν πήγαινε σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών με το τραμ:

Υπέστη συγκοπή και πέθανε. Αλλά στα γράμματά μας ζει.         

Η ακροστιχίδα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του πατρινού Πέτρου Ψωμά (1970-), Έλληνες, λαός του Πάθους: Ιστορία δι’ Ακροστιχίδων που κυκλοφόρησε στα τέλη του 2014 από τις εκδόσεις «Πικραμένος» (σ.39). Πλάι με 79 άλλες «βιογραφούμενες» προσωπικότητες ετερόκλητων εποχών, τόπων και ασχολιών, βρίσκεται και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τόσο χάρη στο «πάθος του για τη γραφή», όσο και για το «π» του ονόματός του, αφού στην έκδοση ανθολογούνται «παθιασμένοι Έλληνες», των οποίων τα ονόματα αρχίζουν από «π». Το ευρηματικό τούτο κριτήριο και μια αδήλωτη, αλλά ενδεχόμενη, πρόθεση παιχνιδίσματος ή πρόκλησης προβληματισμού και ξαφνιάσματος του αναγνώστη, συνετέλεσε μεταξύ άλλων και στην επιλογή του Ζαχαρία.

Ο πεπερασμένος χώρος της ακροστιχίδας περιορίζει την γραπτή ύλη να εκτείνεται σε μόλις 11 αράδες. Η βιογραφία, όμως, ανταποκρίνεται συνοπτικά στην ιστορικότητα του προσώπου και φωτίζονται οι περισσότερες πτυχές του βίου του μεγάλου δημοτικιστή Παπαντωνίου, με τη συνεισφορά του στην εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στο σχολείο, με την πολιτιστική δραστηριότητα του επί κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου (1912 κ.ε.) και με το παιδαγωγικό και λογοτεχνικό έργο του για παιδιά (Αναγνωστικό 1918, Αλφαβητάριο 1919, επιμέλεια των Νεοελληνικών αναγνωσμάτων της Α΄ Γυμνασίου 1931), με την συμβολή του στα εικαστικά κ.λπ.

Παρά τις 11 συνοπτικές αράδες, ο Παπαντωνίου προσλαμβάνεται ως ο παθιασμένος για τη γραφή, φέρελπις και φιλοπρόοδος Έλληνας. Η πολυσχιδής προσωπικότητα εγγράφεται σε μια ιδιάζουσα ιστορία ακροστιχίδων, αλλά και στην ευρύτερη ιστορία του λαού μας, συστήνεται πάλι στην εποχή μας, που της λείπει μάλλον το πάθος, με διακριτικό στοιχείο το συγγραφικό τάλαντο. Ίσως εδώ να εδράζεται και μια πρόταση, μία από τις εν λόγω 80 εναλλακτικές επιλογές προσθήκης πάθους στη ζωή και τις ημέρες μας, η μνημόνευση των προγόνων, η αναμέτρηση και η έμπνευση από το παρελθόν, χωρίς την αγωνία της επίδρασης ή της σύγκρισης. Η ενασχόληση με τη γραφή στα πνευματικά και κοινωνικο-πολιτιστικά ζητήματα, χάρη στην τέχνη της μνήμης, διδάσκεται εδώ ως πάθος, ως ζωογόνος δύναμη και αφορμή…