Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

 

Διαφημίστε την επιχείρησή σας ΜΟΝΟ απο 10 ευρώ τον μήνα


Αειφορική ανάπτυξη. Ο Διονύσης Παρούτσας καταθέτει σκέψεις γύρω από τη βιώσιμη ανάπτυξη (έντυπη έκδοση)

Όπως βλέπουμε, όλο και περισσότερο τώρα τελευταία, δίπλα στην προσδοκώμενη και επιδιωκόμενη «ανάπτυξη» της χώρας, προστίθεται ένας επιθετικός προσδιορισμός: αειφόρος.

731

Τι είναι λοιπόν αυτή η περίφημη «αειφορία» ή βιώσιμη ανάπτυξη όπως λέγεται αλλιώς; Υπάρχουν πολλοί ορισμοί καθώς και μια διαμάχη για το αν πρέπει να λέμε «βιώσιμη» ή «αειφορική» ανάπτυξη: Αν την πούμε «αειφορία» (αεί + φέρω) τα συνθετικά του όρου μας δίνουν το νόημα: ανάπτυξη τέτοια που οι διαθέσιμοι πόροι να μπορούν να καρποφορούν πάντα. Αν την πούμε βιώσιμη ανάπτυξη λέμε περίπου το ίδιο μ΄ άλλον τρόπο: ανάπτυξη τέτοια που να είναι ικανή να διατηρηθεί, να επιβιώσει, να μην αναλώσει, με οποιονδήποτε ρυθμό, αργό ή γρήγορο, εκείνα τα στοιχεία του πλανήτη μας που δεν μπορούν να αναπληρωθούν.

Στην παγκόσμια διάσκεψη για την βιώσιμη ανάπτυξη, που έγινε στο Γιοχάνεσμπουργκ τα κυριότερα προβλήματα, τα οποία συνιστούν όψεις ενός ενιαίου προβλήματος είναι τα εξής:

• Για τα προβλήματα πληθυσμού : ανισότητα κατανομής, υπερπληθυσμός, επιδημίες όπως το AIDS, η φυματίωση, η ηπατίτιδα

• Ως πυροδότες περιβαλλοντικών συγκρούσεων και υποβάθμισης: η Φτώχεια και η Aνισότητα

• Για την μείωση των ειδών και την πίεση στα οικοσυστήματα, η εκτατική και χημική γεωργία

• Ως παράγοντας μόλυνσης των πηγών και των αποθεμάτων νερού η κατάχρηση του.

• Η ραγδαία αποψίλωση των δασών, και όχι μόνο των τροπικών

• Η υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας (κλιματική αλλαγή) ως αποτέλεσμα του στηριγμένου στα ορυκτά καύσιμα ενεργειακού μοντέλου αλλά και μακροχρόνια μόλυνση από τη χρήση πυρηνικών εργοστασίων

• Η ποιότητα του αέρα στις πόλεις

• Η εξαπόλυση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών στην φύση χωρίς συνολική γνώση των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα και την υγεία

Ο ικανοποιητικότερος τρόπος για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα φαίνεται να είναι η στρατηγική της αειφόρου ανάπτυξης, η οποία θα γίνει με την ανακήρυξη της περιοχής σε προστατευόμενη. Σε τι αποσκοπεί η κήρυξη μιας περιοχής σε προστατευόμενη, σε περιοχή δηλαδή με ειδική νομοθεσία που ορίζει τι επιτρέπεται και τι όχι, αλλά και που προβλέπει ειδικά κίνητρα, σχέδια και πρωτοβουλίες;

Αποσκοπεί στη διατήρηση αξιών που ανήκουν σ’ όλες τις γενιές και δεν επιτρέπεται να αναλωθούν ή καταστραφούν από μία. Τέτοιες αξίες είναι οι αρχαιολογικοί τόποι και τα

μνημεία, τα γεωλογικά χαρακτηριστικά, ο παραδοσιακός τρόπος ζωής, και παραγωγής και τέλος η βιοποικιλότητα , το σύνολο δηλαδή των εν αλληλεξαρτήσει ζωντανών ειδών, φυτών και ζώων, μιας περιοχής.

Όλα τα παραπάνω δεν έχουν μόνον αυταξία ως στοιχεία της φύσης και του πολιτισμού αλλά και οικονομική σημασία: Για παράδειγμα αν εξαφανιστεί λόγω εντομοκτόνων από κάποια περιοχή μια ομάδα ειδών εντόμων που επικονιάζουν τα φυτά οι επιπτώσεις στις σοδειές θα είναι καταστρεπτικές.

Οι προστατευόμενες περιοχές λοιπόν, δεν λειτουργούν μόνο ως «κιβωτοί του Νώε» για τα απειλούμενα ζωϊκά και φυτικά είδη αλλά και ως τράπεζες παραδοσιακών ποικιλιών φυτών και ζώων, πολύτιμων για την αναβάθμιση των εμπορικών ποικιλιών ή και τη σωτηρία τους σε περίπτωση μεταδοτικών ασθενειών.

Αρκεί μόνο να σκεφτούμε τι έγινε την περασμένη δεκαετία με την απώλεια του σπόρου των φασολιών που ευδοκιμούσαν στην περιοχή του Αγ. Νικολάου. Με την εισβολή νέων ειδών, τείνει πλέον να εξαφανιστεί. Πρέπει όμως να δούμε και μια άλλη πλευρά: Μήπως δηλαδή μια προστατευόμενη περιοχή μεταβάλλεται απλώς ένα σύνολο από απαγορεύσεις;

Ασφαλώς όχι. Προστατευόμενη περιοχή δεν σημαίνει ότι κάνουμε δύσκολη τη ζωή ντόπιων και επισκεπτών. Ναι μεν κάποιες δραστηριότητες όπως η υπερβολική βόσκηση, η ανεξέλεγκτη υλοτομία, οι σκόπιμες πυρκαγιές, το κυνήγι μπορεί να τεθούν υπό περιορισμό, η ένταξη όμως σε καθεστώς προστασίας μιας περιοχής σημαίνει επίσης και κυρίως ότι αυτή θα έχει νέου τύπου αναπτυξιακές ευκαιρίες, ευκαιρίες μάλιστα που θα είναι διαρκείς και ανανεώσιμες και όχι απλά ληστρική εκμετάλλευση πόρων.

Βέβαια όλα αυτά δεν θα γίνουν αυτόματα. Για το λόγο αυτό ακριβώς και χρειάζεται πέραν του νομικού καθεστώτος και ένα διαχειριστικό πρόγραμμα με θετικά έργα: επεμβάσεις π.χ. διάσωσης και ανάδειξης μνημείων, νέες υποδομές προσαρμοσμένες στα μεγέθη του χώρου, χρηματοδότηση των φορέων διαχείρισης στην αρχική τουλάχιστον φάση, εκπαίδευση των νέων της περιοχής στις νέες επαγγελματικές δυνατότητες.

Στο μικρό νησί της Τήλου στα Δωδεκάνησα, για παράδειγμα, η προσωρινή (επταετής) απαγόρευση του κυνηγίου προσέλκυσε οικοτουρισμό επεκτείνοντας και την τουριστική περίοδο πέραν του καλοκαιριού, ώστε σύσσωμοι οι κάτοικοι απαίτησαν και πέτυχαν την ανανέωσή της.

Στην Κεντρική Ιταλία, τα εθνικά πάρκα όπως αυτό του Abruzzo γνωρίζουν τεράστια επιτυχία. Εκεί, υπό καθεστώς ελέγχου και προϋποθέσεων που θέτει ο φορέας διαχείρισης, εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες επισκέπτονται μια ορεινή περιοχή, μεγαλύτερο κεφάλαιο της οποίας είναι τα άγρια ζώα (αγριοκάτσικα, αρκούδες, λύγκες κλπ) και τα παραδοσιακά χωριά της, με αποτέλεσμα νέες, μεγαλύτερες από πριν προοπτικές απασχόλησης για τον πληθυσμό, στον τουρισμό, τη βιολογική γεωργία και τα τοπικά προϊόντα.

Δεν μπορούμε όμως να μην υπογραμμίσουμε ότι οι φορείς διαχείρισης, εκτός από σταθερή χρηματοδότηση στα πρώτα χρόνια καθώς και κάποια συμπληρωματική χρηματοδότηση όταν επιτύχουν τη μερική αυτοχρηματοδότησή τους, πρέπει να έχουν και εργαλεία εφαρμογής της πολιτικής τους. Αναπόσπαστο στοιχείο ενός Φορέα Διαχείρισης θα ‘πρεπε να είναι ένα ΕΙΔΙΚΟ δασαρχείο, ικανό να εγγυηθεί την επιστημονικό και πρακτικό έλεγχο του χώρου και των στοιχείων του.

Απαιτείται επίσης ενημέρωση του πληθυσμού, εκτέλεση έργων υποδομής που θα υποστηρίξουν έμπρακτα την χρησιμότητα της προστασίας καθώς και να προτιμηθεί η ντόπια εργατική δύναμη και νεολαίας. Απαιτείται πρώτα συνεννόηση και έπειτα επιβολή. Δεν έχουμε όμως καλύτερη επιλογή.

Οφείλουμε να διαχειριστούμε βιώσιμα το περιβάλλον μας, όχι μόνο γιατί μας υποχρεώνουν προς τούτο οι ντιρεκτίβες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και γιατί το χρωστάμε στις επόμενες γενιές. Γιατί αποτελεί όχι βάρος, αλλά πρόκληση και ευκαιρία. Γιατί η ποιότητα της ζωής ανεβαίνει όταν ζούμε σ’ έναν τόπο με διατηρημένα τα φυσικά και πολιτιστικά του πλεονεκτήματα. Γιατί, απλώς, μας συμφέρει.