Από το Έβερεστ, στην Ευρυτανία και την Πίνδο. Η αποστολή Βρετανών ορειβατών το ’63 και η υποδοχή στο Καρπενήσι

Στιγμιότυπα από τη βρετανική ορειβατική αποστολή για τη διάσχιση της Πίνδου, το 1963 (πηγή: anevenontas.gr)

ρεπορτάζ – αφιέρωμα που δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η μετεμφυλιακή Ελλάδα προσπαθεί να οικοδομηθεί σε νέες βάσεις, να εισέλθει σε τροχιά ανάπτυξης και να αφήσει οριστικά πίσω της το δύσκολο, πρόσφατο παρελθόν. Στην επαρχία, οι άνθρωποι μοχθούν καθημερινά για να τα βγάλουν πέρα· πολλοί φεύγουν για την Αθήνα ή και το εξωτερικό, για μια καλύτερη ζωή. Την εποχή εκείνη, η ορειβασία και οι διασχίσεις μεγάλων αποστάσεων αφορούσαν ελάχιστους.

Την άνοιξη του 1963, ο αρχηγός της Βρετανικής Αποστολής του 1953 στο θρυλικό Έβερεστ, ο σερ John Hunt (1910-1998), που κατάφερε να ανεβάσει στη στέγη του κόσμου τους πρώτους ανθρώπους, αποφασίζει να πραγματοποιήσει «αποστολή» στην -ανεξερεύνητη, εν πολλοίς- Ελλάδα και να διασχίσει τη Πίνδο, από τους Δελφούς στον νότο, μέχρι την Καστοριά στον βορρά. Η Ευρυτανία, το Καρπενήσι, τα Άγραφα και οι μεγάλοι ορεινοί όγκοι στην καρδιά της Πίνδου, δεν θα μπορούσαν να μην περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα της διάσχισης.

Οι Βρετανοί στο Καρπενήσι

Στην αποστολή, γράφει ο Μίλτος Ζέρβας στο anevenontas.gr, συμμετείχαν συνολικά 32 Βρετανοί -μεταξύ αυτών δυο γυναίκες, η γυναίκα του και η κόρη του J. Hunt- οι Έλληνες ορειβάτες Κ. Πινάτσης, Ε. Κολλυβάς, Χαρ. Κουρούκλης και Ε. Σακελάριος, ενώ η ομάδα πλαισιωνόταν από αξιωματικούς και στρατιώτες των Λ.Ο.Κ. και τρεις μαθητές της σχολής Αναβρύτων.

Η αποστολή ήταν εντυπωσιακή. Δεκάδες κιβώτια με τρόφιμα και υλικά, δυο φορτηγά που ακολουθούσαν παράλληλα τους ορειβάτες και τους ανεφοδίαζαν όπου συναντούσαν δρόμο, στρατιωτική οργάνωση και επιμελητεία. Είναι ενδιαφέρον ότι η αποστολή βασιζόταν στα δικά της εφόδια για τροφή, ίσως και λόγω του ότι η ορεινή Ελλάδα του ‘60, δύσκολα μπορούσε να θρέψει, έστω και για μια μέρα, 40 άτομα.

Τα έντυπα (εφημερίδες και περιοδικά) της εποχής φιλοξένησαν αρκετά ρεπορτάζ και αφιερώματα για το εγχείρημα (πηγή anevenontas.gr)

Το γκρουπ έφθασε στους Δελφούς στις 31 Μαρτίου του ’63. Η διαδρομή χωριζόταν σε δυο στάδια: Δελφοί, Γκιώνα, Βαρδούσια, Καρπενήσι, Άγραφα, Περτούλι, Ασπροπόταμος, με κατάληξη στο Μέτσοβο και κατόπιν, μέσα από τη βόρεια Πίνδο, κατάληξη στο Νεστόριο και την Καστοριά. «Από το Καρπενήσι», έγραφε ο σερ John Hunt, «που βρίσκεται στο κέντρο ψηλών βουνοκορφών, μέσα σε ένα γραφικό σκηνικό, γνωστό ως ‘Μικρή Ελβετία’, θα ξεκινούσαμε για το πιο επίπονο τμήμα της διαδρομής προς το Μέτσοβο, περίπου 100 μίλια προς τον βορρά». Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των επικεφαλής της αποστολής, η ομάδα θα χρειαζόταν 19 ημέρες για να ολοκληρώσει το ορειβατικό εγχείρημα.

Το καθημερινό πρόγραμμα ήταν αυστηρό: ξύπνημα στις 6, αναχώρηση στις 8, πορεία με  ρυθμό 5-6 χλμ. την ώρα και 14-16 κιλά φορτίο, ολιγόλεπτες στάσεις και άφιξη στο σημείο διανυκτέρευσης το αργότερο στις 5 το απόγευμα. Ιδιαίτερα σκληρό πρόγραμμα, που δε μπόρεσαν όλοι να ακολουθήσουν. Ένας Βρετανός κατέρρευσε κάτω από τη βροχή στην Οξυά, πάνω από το χωριό Πουγκάκια Φθιώτιδας.

Παντού απ’ όπου περνούσε η αποστολή, αναφέρει το anevenontas.gr σε σχετικό του αφιέρωμα, οι κάτοικοι της ορεινής μετεμφυλιακής Ελλάδας υποδέχονταν τους «ευθυτενείς, ατσαλάκωτους Βρετανούς, με τις άψογες χωρίστρες», με ενθουσιασμό, σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις των εφημερίδων. Μάλιστα, η είσοδος του Καρπενησίου, είχε στολιστεί με μια αψίδα που έγραφε “Welcome”, για να τους υποδεχθεί. Έφθασαν στην ευρυτανική πρωτεύουσα, που ήταν καλυμμένη με χιόνι, στις 4 Απριλίου. «Η Νομαρχία και οι κάτοικοι του Καρπενησίου μάς επεφύλασσαν μια εγκάρδια υποδοχή», σημειώνει ο σερ John Hunt. H πορεία προς τα Άγραφα συνεχίστηκε με κακοκαιρία και οι ορειβάτες χρειάστηκε να περπατήσουν σε πυκνό χιόνι, προκειμένου να φθάσουν -εξαντλημένοι μα ανακουφισμένοι- στο Μέτσοβο Ιωαννίνων.

Οι συνήθειες των Άγγλων, κυρίως οι διατροφικές, προβλημάτισαν και τους Έλληνες της αποστολής. Αφυδατωμένο ψωμί, αυγό, κρέας, ψάρι, λαχανικά, πατάτες, όλα σε σκόνη, με τη προσθήκη νερού και τη συνοδεία πόριτζ, βουτύρου και μαρμελάδας, αποτελούσαν τα καθημερινά γεύματα. «Ήταν αδύνατο να τα φάμε», εξομολογήθηκαν. Αλλά και η σκληρή ζωή των χωρικών της εποχής, εντυπωσίασε τους Βρετανούς. «Όταν η αποστολή ταλαιπωρημένη από τη πορεία στο βαθύ χιόνι, έφτασε στο διάσελο του Αγίου Νικολάου, πάνω από τα Βραγγιανά, συνάντησαν μια 85χρονη γριά, που είχε ξεκινήσει συνοδευόμενη από τον γιο της, για να επισκεφθεί γιατρό στο χωριό Άγραφα!», διαβάζουμε στο anevenontas.gr.

Η διαδρομή της αποστολής στην Πίνδο

Μετά τη ραχοκοκαλιά της Πίνδου, η αποστολή φθάνει στην Καστοριά στις 18 Απριλίου και με φορτηγά επιστρέφει -μέσω Γιουγκοσλαβίας- στην Ευρώπη. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί με επιτυχία, παρότι σε αρκετά σημεία το ορεινό ανάγλυφο της Πίνδου και η βαρυχειμωνιά, όρθωσαν εμπόδια. Οι Βρετανοί, με επικεφαλής τον John Hunt, τον άνθρωπο που οδήγησε τους πρώτους ορειβάτες στο Έβερεστ (Έντμουντ Χίλαρι & Τενζίνγκ Νοργκάι, 1953), διέσχισαν την ορεινή Ελλάδα, αντίκρισαν τοπία που δεν είχαν φανταστεί και έμειναν εντυπωσιασμένοι από τη φιλοξενία των κατοίκων απ’ όπου και αν πέρασαν.

Έξι και πλέον δεκαετίες από τη βρετανική αποστολή στην Πίνδο, η ορεινή Ελλάδα αντιμετωπίζει ακόμα τη χρόνια αναπτυξιακή υστέρηση εξαιτίας πολιτικών που έδωσαν σχεδόν αποκλειστική βαρύτητα στο δίπολο «ήλιος και θάλασσα». Η προσπάθεια ανάδειξης του ορεινού πλούτου της χώρας, με σεβασμό στους φυσικούς πόρους και τους κανόνες της αειφορίας, πρέπει να συνεχιστεί και να ενδυναμωθεί, καθώς για πολλές τοπικές κοινωνίες -ίσως και την Ευρυτανία- αποτελεί μονόδρομο στη νέα εποχή που διανύουμε.

Πηγές: Αφιέρωμα με τίτλο «Το πέρασμα της Πίνδου», του Μίλτου Ζέρβα στο anevenontas.gr, ‘A Journey Through the Pindus Mountains’ in 1963, του John Hunt and D. E. Sugden για το ‘The Geographical Journal’ (Σεπ. 1964).

Τοπικές ειδήσεις
Επικαιρότητα
Αθλητικά