16 Μαΐου 2021

Επιστήμη και θρησκεία. O Δ. Παρούτσας για τη σχέση πίστης, πνευματικότητας και επιστημονικών θεωριών / από την έντυπη

Καθώς μπήκαμε πλέον στη Σαρακοστή, και καθώς ο κορονοϊός εξακολουθεί να μας κρατάει μακριά από τους φυσικούς χώρους λατρείας, τους ναούς, το όλο κλίμα δίνει πολλές φορές αρκετή τροφή στη σκέψη, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούν την απομάκρυνση των ανθρώπων από την εκκλησία, την έλλειψη πνευματικότητας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμο και άλλα παρόμοια.

Εντούτοις, μέσα σε όλο αυτό το μελαγχολικό τοπίο και παρά τις αιτιολογημένες διαμαρτυρίες των κληρικών, στη στάση των ανθρώπων εντοπίζεται πάμπολλες φορές μια εσωτερική θρησκευτικότητα που εκφράζεται με πρωτόγνωρους τρόπους. Πρόκειται για την θρησκευτικότητα στην οποία κάποιος μπορεί να εντοπίσει τη σημαντική διαφορά της ουσιαστικής πίστης η οποία αφίσταται από την καθημερινότητα, καταλαμβάνει το πνευματικό πεδίο και δεν ευτελίζεται μες τα εγκόσμια, κάτι που τόσο συχνά βλέπουμε να συμβαίνει μέσω της τηλεόρασης στην αντίπερα του Ατλαντικού Ωκεανού όχθη.

Εκεί οι άνθρωποι, μέρα με τη μέρα, καταλαμβάνονται από ιδεοληψίες που θυμίζουν τριτοκοσμικές χώρες, που χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως μέσον υποβολής και επηρεασμού των μαζών. Απλά εκεί αντί Αλλάχ έχουμε τον Χριστό, στο όνομα του οποίου επιχειρείται για μια ακόμη φορά ο “εκπολιτισμός” των αμαθών και η απόλυτη οικονομική επιβολή.

Αυτό σε συνδυασμό με τον πανικό που προκαλεί η συνεχώς ανακυκλούμενη περί τρομοκρατίας φιλολογία και την προς το συντηρητικότερο στροφή της αμερικάνικης κοινωνίας αποτελεί ένα άκρως επικίνδυνο μείγμα που μπορεί να επιφέρει πολύ πόνο.

Το πόσο συντηρητική αρχίζει να γίνεται η αμερικάνικη κοινωνία φαίνεται και από την προσφάτως αναζωπυρωμένη συζήτηση περί της ισχύος των νόμων της… φυσικής επιλογής του Δαρβίνου και του κατά πόσον αυτή πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία τους, σε σχέση με την “χριστιανική” άποψη για τον Αδάμ και την Εύα.

Όσο και να ακούγεται αλλοπρόσαλλο, πραγματικά υπάρχουν άνθρωποι που αμφισβητούν τα πορίσματα της επιστήμης για να επανακάμψουν σε τρόπους ερμηνείας της φύσης και των νόμων της, οι οποίοι κάθε άλλο παρά αποδεικνύονται με την επιστημονική μέθοδο.

Βέβαια, η ιστορία της κόντρας μεταξύ Επιστήμης και Θρησκείας, κρατεί καλά από την εποχή που η παπική εξουσία, αρνήθηκε να αποδεχτεί τα συμπεράσματά της, στέλνοντας (παραλίγο) στην πυρά ακόμα και τον Γαλιλαίο που αποφάνθηκε για τη σφαιρικότητα της γης και την κίνησή της γύρω από τον ήλιο.

Ας σκεφτούμε για λίγο πως η μελέτη των γραφών κατά τους προτεστάντες, δεν απαιτεί τίποτα άλλο παρά την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και δεν δίνει καμιά σημασία σε όσους θεόπνευστους ανθρώπους ακολούθησαν στους αιώνες που μεσολάβησαν από τη συγγραφή της. Είναι λογικό να συμπεράνουμε πως το να πέσει κανείς στην παγίδα και να θεωρήσει όλα όσα γράφονται σ’ αυτήν είναι κυριολεκτικά και αληθινά, είναι πράγμα πολύ εύκολο.

Η Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία, ως προς το σημείο αυτό υπερέχει κατά πολύ. Η προσφορά των Τριών Ιεραρχών στο να συνδεθεί ο Χριστιανισμός με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, πέραν του ότι υπήρξε εθνικά επωφελής, έδωσε τα απαιτούμενα εφόδια, ώστε να συνδεθεί η θρησκεία των Ισραηλιτών με το ελληνικό πνεύμα, που ως γνωστόν αποτελεί τη βάση του σημερινού δυτικού πολιτισμού και των επιτευγμάτων της επιστήμης, τα οποία κατέστησαν εφικτά μόνο μέσω του ελέγχου, της πειραματικής απόδειξης και της αιτιοκρατίας.

Από το πλήθος, όμως, των επιστημόνων που προώθησαν τον τομέα τους στα σημερινά δυσθεώρητα επίπεδα, αρχής γενομένης από τον ίδιο τον Αϊνστάιν, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που υποχρεώθηκαν να επιλέξουν μεταξύ θρησκείας και επιστήμης.

Κι αυτό γιατί τα όρια ανάμεσα στα δύο είναι εντελώς ξεκάθαρα, το αντικείμενό τους δεν είναι δυνατό να συγκεραστεί, πολύ δε μάλλον να συγκριθεί. Η Θρησκεία και κατ’ ακολουθίαν η Φιλοσοφία μελετούν τη σφαίρα του πνευματικού και της πρώτης αρχής ή της πρωταρχικής αιτίας.

Η Επιστήμη και οι κλάδοι της μελετούν τους νόμους της Φύσης, τους περιορισμούς που θέτουν και προσπαθούν να ελέγξουν τις δυνάμεις της. Η σύγχυση μπορεί να υπάρξει μόνο στα σημεία της επαφής των δύο κλάδων, και μόνο σε όποιον δεν βασίζεται σε προϋπάρχουσα γνώση αλλά προσπαθεί μόνος του να βγάλει συμπεράσματα. Η ιστορία των πρωτόπλαστων δεν είναι άμοιρη αληθείας, αντίθετα ως θεόπνευστο κείμενο περιέχει τόσες αλήθειες που μερικές φορές εκπλήσσουν. Όμως πρόκειται για ένα παραμύθι το οποίο απευθυνόταν σε ανθρώπους που δεν είχαν φτάσει το σημερινό επίπεδο.

Η ομοιότητα δηλαδή των περιγραφών της Γενέσεως με τις πιο πρόσφατες κοσμογονικές επιστημονικές θεωρίες είναι τουλάχιστον εντυπωσιακή. Έκρηξη φωτός προτείνει η πρώτη, “μπιγκ μπαγκ” οι δεύτερες. Χρονικές περιόδους στην εξέλιξη η μεν, χρονικές περιόδους οι δε. Και το εντυπωσιακότερο όλων είναι ότι κάθε επιστημονική θεωρία έχει ένα σημείο μηδέν, ένα σημείο για το οποίο προς το παρόν και για πολύ πολύ καιρό ακόμη θα σηκώνει ψηλά τα χέρια, καθώς δεν θα μπορεί να ερμηνεύσει το “πριν” και την αρχική γενεσιουργό αιτία. Εδώ μπαίνει ο ρόλος της πίστης, εδώ έρχεται ο Θεός να ολοκληρώσει την εικόνα. Διαφορετικά, για όποιον ψάχνεται, δεν είναι δυνατό να υπάρξει απάντηση. Από το σημείο αυτό όμως, μέχρι να θεωρούνται “αντιχριστιανικές” οι επιστημονικές απόψεις, είναι πολύ .

Κι όχι απλά πολύ. Είναι επικίνδυνο όταν αναμιγνύονται με εθνικιστικά κίνητρα, με οικονομικές επιχειρήσεις καθώς και με αρρωστημένες προσωπικότητες που διατείνονται ότι ακούν φωνές από το υπερπέραν που τους καθοδηγούν στην παγκόσμια ειρήνη.

Δυστυχώς, οι ιστορικοί του μέλλοντος θα έχουν πολύ δουλειά να κάνουν στο να κατανοήσουν πώς τέτοιου είδους αντιδράσεις συνάδουν με την “τελειότητα” του νοημονέστερου όντος στην επιφάνεια της γης.

Τοπικές ειδήσεις
Επικαιρότητα
Αθλητικά