Επιστημονικό ενδιαφέρον για τα απολιθώματα της Ευρυτανίας. Τι λέει ο Δρ. Θοδωρής Αργυρίου, Γεωλόγος-Παλαιοντολόγος

ΦΩΤΟ. Η ομάδα εξετάζει τις απολιθωματοφόρες στρώσεις κοντά στο Βύθισμα (Σέλο) Ευρυτανίας. Κάθε στρώση και ένας «χαμένος κόσμος». Από αριστερά: Donald Davesne (παν/μιο Οξφόρδης), Μελίνα Λούβαρη (τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος ΕΚΠΑ), Θοδωρής Αργυρίου (Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Παρισιού). Πίσω από την κάμερα: Mathilde Delaunay (Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Παρισιού)

δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση των Ευρυτανικών Νέων

Τα Ευρυτανικά Νέα έχουν ασχοληθεί αρκετές φορές σε ρεπορτάζ τους, με τον -αναξιοποίητο και άγνωστο στους πολλούς- παλαιοντολογικό πλούτο που κρύβει η ευρυτανική γη. Αθόρυβα και στοχευμένα, η έρευνα των επιστημόνων αρχίζει να αποδίδει καρπούς, φέρνοντας στο φως πολύ σημαντικές μαρτυρίες για τη ζωή στην περιοχή πριν δεκάδες εκατομμύρια χρόνια. Στη σημερινή Ευρυτανία, κάποτε ζούσαν θαλάσσια είδη που έχουν πια αφανιστεί.

Δύο επιστημονικές εργασίες με αντικείμενο τα απολιθώματα της Ευρυτανίας, δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, ωστόσο, καθώς ο παλαιοντολογικός πλούτος της περιοχής είναι μεγάλος και κρύβει εκπλήξεις και ανατροπές -ακόμα και για τους επιστήμονες, «…αυτές οι εργασίες είναι μόνο η αρχή», όπως λέει στην εφημερίδα ο Δρ. Θοδωρής Αργυρίου*, Γεωλόγος-Παλαιοντολόγος, που απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με την έρευνά του στην Ευρυτανία, τα ευρήματα που έχουν προκύψει, τις περιοχές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τα επόμενα στάδια των μελετών.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΕΡ. Με ενδιαφέρον πληροφορηθήκαμε δημοσιευμένες εργασίες σας σχετικά με παλαιοντολογικά ευρήματα στην Ευρυτανία. Πώς ξεκίνησε η αναζήτησή σας, τι αποτελέσματα «έβγαλε» η έρευνα και σε ποιες περιοχές; Ποια τα πιο αξιόλογα ευρήματα;

ΑΠ. Σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον που δείξατε για την έρευνά μου. Για την ακρίβεια, τους τελευταίους μήνες δημοσιεύσαμε με τους συνεργάτες μου δύο επιστημονικές εργασίες πάνω στα ευρήματα της περιοχής. Η μία αφορά σπάνια απολιθώματα «σιαγόνων» από κεφαλόποδα (συγγενικά δηλαδή ζώα των σύγχρονων χταποδιών και καλαμαριών) και η πιο πρόσφατη αφορά σημαντικές εμφανίσεις απολιθωμένων ιχθύων. Πιστεύω ότι αυτές οι εργασίες είναι μόνο η αρχή.

Η ελληνική φύση δε σταματάει να μας εκπλήσσει με τους κρυμμένους παλαιοντολογικούς της θησαυρούς. Οι θαλάσσιοι ιζηματογενείς σχηματισμοί της ενότητας Πίνδου στην Ευρυτανία περικλείουν το γεωλογικό όριο της μαζικής εξαφάνισης στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου (~66 εκατ. χρόνια πριν), η οποία και σφράγισε το τέλος της «εποχής των δεινοσαύρων». Το επιστημονικό ενδιαφέρον για τη μελέτη των μηχανισμών και συνεπειών αυτής της μαζικής εξαφάνισης, αλλά και της μετέπειτα ανάκαμψης των παγκοσμίων οικοσυστημάτων, είναι μεγάλο, ιδιαιτέρως αν αναλογιστούμε ότι αναγνωρίζονται ως παραδείγματα σύγκρισης με τη συντελούμενη ανθρωπογενή εξαφάνιση.

Η μοναδικότητα των γεωλογικών σχηματισμών της Ευρυτανίας έγκειται στο ότι περιέχουν απολιθώματα σπονδυλωτών 1–2 εκατ. χρόνων πριν τη μαζική εξαφάνιση, αλλά και λίγων μόλις εκατομμυρίων χρόνων μετά από αυτήν. Έτσι καλύπτουν ένα πολύ σημαντικό κενό στο παγκόσμιο απολιθωματικό αρχείο και μας δίνουν πληροφορίες για την εξέλιξη των θαλασσίων οικοσυστημάτων διαμέσου της εξαφάνισης. Οι εμφανίσεις αυτές της Ευρυτανίας είναι γνωστές στους γεωλογικούς κύκλους της χώρας για πάνω από μισό αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, ως σήμερα δεν είχαν αποτελέσει αντικείμενο επισταμένης παλαιοντολογικής μελέτης, ενώ σχετικές αναφορές απουσιάζουν πλήρως από τη διεθνή βιβλιογραφία. Παράλληλα, σημαντικές πληροφορίες σχετικά με απολιθωματοφόρες θέσεις αλλά και απολιθώματα που είχαν συλλεχθεί από γεωλόγους στα μέσα του 20ου αιώνα έχουν χαθεί.

Ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιού, αποφάσισα να εντάξω τη μελέτη των πανίδων της Ευρυτανίας στο πλαίσιο της έρευνάς μου για τις επιπτώσεις της μαζικής εξαφάνισης του τέλους της Κρητιδικής εποχής στα θαλάσσια οικοσυστήματα, και, κυρίως, στην εξέλιξη των ιχθύων. Βέβαια, το προσωπικό μου ενδιαφέρον για αυτό το κομμάτι της παλαιοντολογικής/γεωλογικής ιστορίας της Ελλάδας πάει πίσω στα χρόνια του προπτυχιακού μου στο τμήμα Γεωλογίας του ΕΚΠΑ, και έχει επηρεαστεί από τον τότε καθηγητή μου Γεώργιο Θεοδώρου, ο οποίος πρώτος με ώθησε να ασχοληθώ με τα απολιθωμένα ψάρια του Κρητιδικού.

Από το 2019, έχω οργανώσει δύο εξερευνητικές αποστολές στην Ευρυτανία με σκοπό την εύρεση, χαρτογράφηση και ανασκαφή απολιθωματοφόρων θέσεων. Σε αυτές συμμετείχαν και συνάδερφοι από το εξωτερικό, ενώ πολύτιμες πληροφορίες μας δόθηκαν από τον Καρπενησιώτη, επίσης γεωλόγο, Ιωάννη Δημητρίου. Προς το παρόν έχουμε καταγράψει αρκετές θέσεις, ελαφρά προγενέστερες της εξαφάνισης, στον Τυμφρηστό, άλλες κοντά στο χωριό Βύθισμα, καθώς και πολλά υποσχόμενες θέσεις κοντά στο Συγκρέλο. Το υλικό που έχουμε συλλέξει και ταυτοποιήσει προς το παρόν υποδηλώνει την ύπαρξη αρκετών νέων για την επιστήμη ειδών ψαριών. Αυτά θα μπορέσουμε να τα περιγράψουμε στο μέλλον, καθώς θα προχωρούν οι έρευνες και θα έχουμε στη διάθεση μας περισσότερο υλικό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα που μας εξέπληξαν είναι η διατήρηση μαλακών ιστών από κεφαλόποδα (πράγμα πολύ σπάνιο), ή η εύρεση απολιθωμένων ιχθύων που θεωρούνταν εξαφανισμένοι εκατομμύρια χρόνια πριν το δραματικό τέλος του Μεσοζωικού Αιώνα. Μεγάλης σημασίας είναι και μία θέση κοντά στο Κρίκελλο με υλικό ελαφρώς μεταγενέστερο της Κρητιδικής Εξαφάνισης. Εκεί, σε σύγχρονο υψόμετρο περίπου 1400 μέτρων βρήκαμε υπολείμματα μιας ομάδας ψαριών της αβύσσου!

Κάποια από τα σημαντικότερα ευρήματα από την Ευρυτανία.
Άνω-Κρητιδικής ηλικίας αμμωνίτης, πιθανόν του γένους Kitchinites. 2. Αδημοσίευτο δόντι από μεγάλο καρχαρία του άνω Κρητιδικού. Ανήκει στην Τάξη Lamniformes, η οποία σήμερα αντιπροσωπεύεται από πχ το λευκό καρχαρία ή τον ταυροκαρχαρία. 3. Ρύγχος και κρανίο από έναν από τους τελευταίους απογόνους της οικογένειας οστεϊχθύων Ichthyotringidae. Η οικογένεια θεωρούνταν εξαφανισμένη πολλά εκατ. χρόνια πριν το όριο της μαζικής εξαφάνισης, αλλά τα ευρήματα της Ευρυτανίας αλλάζουν αυτήν την εικόνα. 4. Κάτω σιαγόνες από ψάρι της Τάξης Stomiiformes από την ευρύτερη περιοχή του Κρίκελλου. Σήμερα τα ψάρια αυτά απαντώνται σε σκοτεινά, βαθέα ύδατα. Κλίμακα 1 cm.

ΕΡ. Πώς ήταν, τελικά, η ζωή στην περιοχή μας πριν από εκατομμύρια χρόνια;

ΑΠ. Αν μπορούσαμε να μεταφερθούμε στην Ευρυτανία των 70 με 67 εκατομμυρίων χρόνων πριν, στα τέλη δηλαδή του λεγόμενου Μεσοζωικού Αιώνα, θα βρισκόμασταν στα ανοιχτά του μεγάλου Ωκεανού της Τηθύος. Οποιαδήποτε στεριά θα ήταν αρκετά χιλιόμετρα μακριά. Η ζωή που θα αντικρύζαμε δε θα μας ξένιζε σε μεγάλο βαθμό, καθώς θα αποτελούταν κυρίως από διάφορους οστεϊχθύες, μεγάλους και μικρούς καρχαρίες και πολλά κεφαλόποδα όπως αμμωνίτες (μοιάζουν με τους σύγχρονους ναυτίλους) και άλλους συγγενείς των σύγχρονων καλαμαριών και χταποδιών. Βεβαίως, με μια πιο προσεκτική ματιά θα καταλαβαίναμε ότι όλα τα είδη που θα απαντούσαμε είναι πλέον εξαφανισμένα. Για παράδειγμα, τότε δεν είχαν εμφανιστεί ακόμα οι τόνοι ή οι ξιφίες, αλλά θα βλέπαμε άλλα είδη ψαριών που είχαν παρόμοιους ρόλους στα οικοσυστήματά τους και τους μοιάζανε. Σε καμία περίπτωση δε μπορούμε να αποκλείσουμε την ύπαρξη και άλλων πιο «χαρισματικών» εξαφανισμένων ζώων στην περιοχή, όπως τα μεγάλα θαλάσσια ερπετά (πχ μοσάσαυροι), τα οποία συναντάμε σε παρόμοιας ηλικίας θέσεις του ίδιου ωκεανού. Περίπου 66 εκατ. χρόνια πριν, η πρόσκρουση ενός μετεωρίτη στην περιοχή του σημερινού Μεξικού θα προκαλέσει βραχύχρονες μα εξαιρετικά βίαιες κλιματικές και άλλες διαταραχές οι οποίες θα αλλάξουν ριζικά την εικόνα των παγκόσμιων οικοσυστημάτων και θα σημάνουν το οριστικό τέλος πολλών ζωικών ομάδων. Μετά το πέρας της καταστροφής αυτής, τα ζώα που επέζησαν θα προσαρμόσουν την οικολογία τους στις νέες συνθήκες. Στην ευρύτερη περιοχή του Κρίκελλου στα περίπου 60 εκατ. χρ. θα παρατηρούσαμε στοιχεία ανάκαμψης των ωκεάνιων οικοσυστημάτων, αλλά και ένα διαφορετικό περιβάλλον απόθεσης. Η Ευρυτανία τότε βρισκόταν πιο κοντά στη στεριά, μα ακόμα σε επαφή με την ανοιχτή θάλασσα. Έτσι βλέπουμε τη συνύπαρξη ιχθύων βαθέων υδάτων (πιθανώς με βιοφωσφορισμό) με ψάρια πιο ρηχών νερών, όπως συγγενείς της σαρδέλας.

Η παλαιοντολογία όμως είναι επιστήμη της υπομονής και της επιμονής. Οι έρευνές μας βρίσκονται ακόμα σε αρχικό στάδιο, έτσι ακόμα δεν υπάρχει πλήρης εικόνα του παζλ της ζωής και των απολιθωμένων οικοσυστημάτων της Ευρυτανίας. Με τις πρόσφατες δημοσιεύσεις έχουμε καταφέρει να ανασυνθέσουμε το πλαίσιο αυτού του παζλ, όμως τα καλύτερα κομμάτια του βρίσκονται ακόμα θαμμένα στην Ευρυτανική Γη, και σίγουρα επιφυλάσσουν πολλές εκπλήξεις και ίσως ανατροπές. Η ανακάλυψή τους προϋποθέτει τη συνέχιση της παλαιοντολογικής έρευνας. Σε αυτό μπορούν οι τοπικές κοινωνίες, ντόπιοι λάτρεις της φύσης αλλά και η πολιτεία να συμβάλλουν τα μέγιστα.

ΕΡ. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι παρά τον πλούτο απολιθωμάτων που κρύβει η Ελλάδα, λίγα βήματα έχουν γίνει προς την κατεύθυνση της αξιοποίησής τους (πχ τουριστικά) και γνωριμίας των πολιτών με αυτές τις ανακαλύψεις. Ποια η άποψή σας;

ΑΠ. Η σύνδεση της έρευνας με την κοινωνία καθώς και η ανάδειξη της μοναδικής γεωλογικής κληρονομιάς της χώρας είναι πολύ σημαντικές και πολυδιάστατες παράμετροι που πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν τους όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς. Δυστυχώς το Ελληνικό Κράτος έχει αργήσει να κατανοήσει τη σημασία της γεωλογικής/παλαιοντολογικής κληρονομιάς της χώρας μας και τις αναπτυξιακές αλλά και εκπαιδευτικές προοπτικές που μπορεί αυτή να ανοίξει. Τα προβλήματα που ακόμα δεν έχει αντιμετωπίσει η πολιτεία και τα οποία διαχρονικά κωλύουν σχετικές προσπάθειες παλαιοντολογικής και γεωλογικής ανάδειξης, αλλά και έρευνας, είναι αρκετά. Για παράδειγμα η χώρα μας δε διαθέτει εξειδικευμένο νομικό πλαίσιο και υπηρεσίες προστασίας της παλαιοντολογικής και γεωλογικής της κληρονομιάς, η οποία συνήθως βρίσκεται σε μία γκρίζα ζώνη μεταξύ περιβαλλοντικής και αρχαιολογικής νομοθεσίας και υπηρεσιών. Παράλληλα, η πρωτογενής έρευνα, η οποία και αποτελεί βάση για οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια, δεν στηρίζεται επαρκώς με αποτέλεσμα σχετική γνώση να μένει στο σκοτάδι.

Μία ακόμα μεγάλη έλλειψη που χαρακτηρίζει τη χώρα μας και την κατατάσσει στις εξαιρέσεις ανάμεσα σε άλλες χώρες της ΕΕ και των Βαλκανίων είναι η μη ύπαρξη ενός εθνικού μουσείου φυσικής ιστορίας στην πρωτεύουσα. Η ίδρυση του τελευταίου αποτελεί αίτημα της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας για πάνω από έναν αιώνα, ενώ υπάρχουν και πρόσφατες σχετικές προτάσεις από μέλη του εξαιρετικού επιστημονικού δυναμικού της χώρας, οι οποίες δυστυχώς δεν προτεραιοποιούνται από την πολιτεία. Ένα τέτοιο αυτόνομο, μοντέρνο ίδρυμα θα αποτελούσε στολίδι για τη χώρα και θα παρείχε πολύτιμο έργο στους τομείς έρευνας, ανάδειξης, τουριστικής ανάπτυξης αλλά και εκπαίδευσης και πολιτισμού. Θα παραχωρούσε στέγη στα σημαντικότερα ευρήματα του ελλαδικού χώρου, τα οποία σε μεγάλο βαθμό δεν είναι επαρκώς γνωστά στο κοινό, ενώ δεν είναι σε καμία περίπτωση υποδεέστερα αυτών άλλων χωρών. Εκεί θα μπορούσαν ντόπιοι και τουρίστες όλων των ηλικιών να έρχονται με συνεκτικό τρόπο σε άμεση επαφή με τη γεωλογική/παλαιοντολογική κληρονομιά της Ελλάδας και να θαυμάσουν τα τεκμήρια της εξέλιξης της ζωής, αλλά και να πληροφορούνται για ένα σωρό ζητήματα όπως η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή, οι φυσικές καταστροφές κλπ. Παράλληλα θα προσέφερε βάση για προσέλκυση ερευνητών αλλά και ερευνητικών προγραμμάτων από το εξωτερικό, πολλές θέσεις εργασίας, αλλά και έσοδα μέσω εισιτηρίων και άλλων δράσεων.

Φυσικά κατά τόπους έχουν γίνει σημαντικά βήματα για την ανάδειξη του παλαιοντολογικού πλούτου της χώρας, τα οποία έχουν αφήσει θετικό αντίκτυπο και μπορούν να εμπνεύσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεωπάρκο και μουσείο στο Σίγρι της Λέσβου, το οποίο τελεί υπό την αιγίδα της UNESCO και προωθεί την ανάπτυξη της περιοχής, επιτελώντας παράλληλα πολύτιμο εκπαιδευτικό έργο. Σημαντικό ρόλο παίζουν και τα πανεπιστημιακά μουσεία, τα οποία παρά τη χρόνια υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση πρωτοστατούν στη διάχυση της γεωλογικής γνώσης στο ελληνικό κοινό, και κυρίως σε σχολεία. Άλλα θετικά παραδείγματα βρίσκει κανείς πχ στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Κρήτης, ή σε μικρότερες εκθέσεις ή κέντρα πληροφόρησης που φέρνουν τουρίστες και ντόπιους σε επαφή με το άμεσο φυσικό και παλαιοντολογικό περιβάλλον μίας περιοχής. Πιστεύω ότι καθώς νέα ευρήματα έρχονται στο φως, η Ευρυτανία θα μπορούσε να αναδείξει τον γεωλογικό και οικολογικό της πλούτο με ανάλογο τρόπο.

*O Δρ. Θοδωρής Αργυρίου είναι απόφοιτος του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ, ενώ ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές και το διδακτορικό του στην εξελικτική βιολογία και παλαιοντολογία σε Καναδά, ΗΠΑ και Ελβετία. Έπειτα εργάστηκε ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιού, ως υπότροφος του Ελβετικού Ιδρύματος Επιστημονικών Ερευνών (SNSF). Πλέον είναι υπότροφος του Γερμανικού ιδρύματος Alexander von Humboldt, συνεργαζόμενος με το πανεπιστήμιο LMU του Μονάχου.

Τοπικές ειδήσεις
Επικαιρότητα
Αθλητικά