Ερωτας στα χρόνια του κορονοϊού. Η γιορτή του Αγ. Βαλεντίνου και το Συμπόσιο του Πλάτωνα / Του Δ. Παρούτσα

Την Κυριακή ήταν του Αγίου Βαλεντίνου… Μέρα για λουλούδια, σοκολάτες, κόκκινο χρώμα παντού… Μέρα για να αποδείξεις στον ή στην σύντροφό σου, πως το αίσθημα είναι ακόμη ζωντανό… Πώς να γίνει όμως αυτό στις δύσκολες μέρες μας, με το φάσμα του θανάτου να επικρέμεται πάνω από τα κεφάλια μας;  Πώς να γίνει που οι απαγορεύσεις των μετακινήσεων θα στερήσουν από τους ερωτευμένους το πολυπόθητο σμίξιμό τους;

Ίσως όμως, τελικά, να μην είναι τόσο δύσκολο. Ίσως, τελικά, να είναι ακριβώς αυτοί οι περιορισμοί που θα τονώσουν ακόμη περισσότερο τη σημασία του δεσμού. Φωτιά θα πάρουν τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, γιατί την πραγματική αγάπη δεν τη σταματάει ούτε η απόσταση ούτε οι απαγορεύσεις ούτε κανένα άλλο εμπόδιο.

Αν κάποιος ή κάποια έχει φτάσει στο σημείο να αναρωτιέται πώς ήταν δυνατό να ζει πριν γνωρίσει το άλλο του μισό, τότε κανένα εμπόδιο και καμιά απαγόρευση δεν μπορεί να τους ξεχωρίσει.

Υπάρχουν εκείνες οι μαγικές περιπτώσεις που κοιτάζουν και οι δύο το φεγγάρι, και εκείνο σαν καθρέφτης, αντανακλά τα αισθήματά τους και τους ενώνει, ακόμα κι αν τους χωρίζουν θάλασσες και κάμποι. Κι επικοινωνούν χωρίς λόγια, χωρίς εικόνα, χωρίς υλικό διαμεσολαβητή. Απλά και μόνο μέσα από τις αρμονικές συχνότητες του σύμπαντος.

Οι αρχαίοι Έλληνες το ήξεραν καλά αυτό. Και το ερμήνευσαν με έναν απίστευτο μύθο, τον οποίο ας ξαναθυμηθούμε, δοθείσης της ευκαιρίας.

Έλεγε, λοιπόν, ο μεθυσμένος Αριστοφάνης στο «Συμπόσιο του Πλάτωνα» ότι παλιά, η φύση μας ήταν διαφορετική απ’ ότι σήμερα. Το σώμα κάθε ανθρώπου ήταν στρογγυλό, είχε ολόγυρα ράχη και πλευρές, τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και διπλά γεννητικά όργανα. Το κεφάλι, που στεκόταν πάνω σε κυλινδρικό λαιμό, αποτελούνταν από δύο πρόσωπα, ενωμένα και απαράλλαχτα μεταξύ τους, που κοίταζαν το καθένα προς αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι οι άνθρωποι ήταν τόσο δυνατοί και αυτάρκεις που κάποτε μάλιστα, τα έβαλαν με τους ίδιους τους θεούς.

Ο Δίας, θέλησε να τιμωρήσει την ύβρη τους. Αν τους σκότωνε, όμως, με κεραυνούς και εξαφάνιζε το γένος τους, η λατρεία και οι θυσίες των ανθρώπων θα χάνονταν. Έτσι, σκέφτηκε το εξής: “Θα τους κόψω σε δύο μέρη τον καθέναν. Έτσι από τη μια θα γίνουν πιο αδύναμοι και από την άλλη μας βολεύει γιατί θα είναι περισσότεροι”. Άρχισε, λοιπόν, να σκίζει τους ανθρώπους στα δύο και ανέθεσε στον Απόλλωνα να τακτοποιήσει τις υπόλοιπες λεπτομέρειες.

Εκείνος, γύρισε τα πρόσωπα και το μισό του λαιμού των ανθρώπων προς το μέρος της τομής, ώστε να βλέπουν διαρκώς το σκίσιμό τους, να φοβούνται τους θεούς και να είναι στο εξής πιο φρόνιμοι. Στη συνέχεια, τράβηξε το δέρμα απ’ όλα τα μέρη προς το σημείο που λέγεται σήμερα κοιλιά και το έδεσε όπως κάνουν στα σουρωτά πουγκιά, αφήνοντας ένα στόμιο στο μέρος της κοιλιάς που λέμε σήμερα αφαλό.

Μετά από αυτόν τον χωρισμό λοιπόν, το καθένα μισό αναζητούσε το άλλο μισό του και πήγαιναν μαζί. Τύλιγαν τα χέρια τους ο ένας γύρω από τον άλλο και έτσι σφιχταγκαλιασμένοι, γεμάτοι πόθο να κολλήσουν ξανά, έβρισκαν το θάνατο από πείνα, αφού δεν είχαν διάθεση να κάνουν τίποτε άλλο.

Τους λυπήθηκε στο τέλος ο Δίας και μηχανεύτηκε ένα άλλο τέχνασμα: μετέφερε τα γεννητικά τους όργανα προς τα εμπρός και κανόνισε η αναπαραγωγή να γίνεται μέσω των οργάνων αυτών, από το αρσενικό προς το θηλυκό. Αυτό το έκανε ώστε με το αγκάλιασμα να αναπαράγεται το είδος, να προκαλείται επιτέλους κορεσμός και έτσι οι άνθρωποι ανάμεσα στον έρωτα και τον διακαή πόθο της ένωσής τους, να μπορούν να κάνουν διαλείμματα, και να στρέφονται προς τις καθημερινές εργασίες τους και να φροντίζουν και για τα υπόλοιπα ζητήματα της ζωής.

Το συμπόσιο του Πλάτωνα του Άνσελμ Φόιερμπαχ

Καθένας μας, λοιπόν, αποτελεί ένα “ημίτομο” ανθρώπου, σκισμένος όπως είναι από ένας σε δύο, όπως τα ψάρια που λέγονται γλώσσες. Και ζητάει διαρκώς καθένας το άλλο του ημίτομο.

Αν τύχει κάποτε, μάλιστα, να συναντήσει κανείς το ίδιο, το πραγματικό άλλο του μισό, τότε πια η συγκίνηση και των δυο είναι μοναδική και απερίγραπτη, από το αίσθημα στοργής, κοινής καταγωγής, έρωτα. Ούτε στιγμή δεν δέχονται να αποχωριστούν. Αυτοί είναι που περνούν πιστοί μεταξύ τους ολόκληρη ζωή. Οι ίδιοι, μάλιστα δεν μπορούν καν να εκφράσουν τι είναι αυτό που τους δένει τόσο πολύ. Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος να πει ότι αυτό που τους ενώνει είναι μόνο η ερωτική απόλαυση και ότι επομένως χάριν αυτής ευχαριστιούνται ο καθένας από του άλλου τη συμβίωση με τόσο σφοδρό πάθος. Όμως, σίγουρα είναι κάτι άλλο που ζητάει η ψυχή τους, κάτι που απλά δεν μπορεί να το εκφράσει.

Η πραγματική αιτία αυτής της μεγάλης αγάπης λοιπόν, είναι ότι αυτή ήταν η πρωταρχική φύση μας και ότι κάποτε ήμαστε ολόκληροι. Ο πόθος και η ορμή μας για την ολοκλήρωση αυτή,  έχει το όνομα Έρωτας. Πρωτύτερα ήμασταν ένα. Τώρα, όμως για τα λάθη μας, μάς έχει διαμελίσει ο θεός.

Μόνο με αυτό τον τρόπο το γένος των ανθρώπων θα πετύχει την ευδαιμονία, αν, δηλαδή, φτάσουμε στο φυσικό αποτέλεσμα του έρωτα και βρει ο καθένας μας τον αγαπημένο, τον δικό του, ώστε να επανέλθει στην πρωταρχική κατάσταση.

Είπε κι άλλα “περί έρωτος” στο “Συμπόσιο του Πλάτωνα” ο μεθυσμένος Αριστοφάνης, αλλά ας τα αφήσουμε για κάποιον πιο εύθετο χρόνο. Ας μείνουμε επί του παρόντος σ’ αυτά τα λίγα, τα περικεκομμένα, αποσπασματικά και διασκευασμένα, μιας και την Κυριακή είναι του Αγίου Βαλεντίνου.

Με την ευχή όσοι και όσες ψάχνουν το άλλο τους μισό, να το βρουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Και όσοι το έχουν βρει, να γεράσουν μαζί, έχοντας απλά επίγνωση της τύχης τους. Κι αυτούς όχι ο κορονοϊός, αλλά τίποτα δεν μπορεί πλέον να τους ξεχωρίσει!

Τοπικές ειδήσεις
Επικαιρότητα
Αθλητικά