Η δύναμη της Ομογένειας. Άρθρο του Διονύση Παρούτσα, από την έντυπη έκδοση

Το σημερινό κείμενο, παρ’ όλο που απευθύνεται στο συνηθισμένο του κοινό, εντούτοις στοχεύει κυρίως σε μια συγκεκριμένη μερίδα του. Συγκεκριμένα, σε εκείνους που θα το διαβάσουν μέσα από την ιστοσελίδα των Ευρυτανικών Νέων, χωρίς να έχουν καμία πιθανότητα να βρουν  κάπου την έντυπη εφημερίδα.

 Κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τους εκατοντάδες συμπατριώτες μας στην Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Γερμανία και όπου αλλού βρίσκονται και προκόβουν, άνθρωποι στις φλέβες των οποίων ρέει λίγη από τη φρεσκάδα του Βελουχιού, από την ομορφιά της Καλλιακούδας και την αγριάδα των βουνών των Αγράφων.

Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που χωρίς σχεδόν να το επιδιώξουν, η ζωή τούς έφερε να ξενιτευτούν σε μια άλλη πατρίδα, σε έναν ξένο τόπο, κάπου εκεί στα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν εδώ ο απόηχος του εμφυλίου, η φτώχεια και η μιζέρια ήταν ακόμα τόσο υπαρκτά που θα μπορούσες να τα κόψεις με το μαχαίρι! Είναι, επίσης, εκείνα τα παιδιά που σπρωγμένα από την οικονομική κρίση του 2010 άφησαν την πατρίδα και γέμισαν τις ευρωπαϊκές πόλεις, πάλι μετανάστες αλλά σε καλύτερες θέσεις, γιατροί, μηχανικοί, αρχιτέκτονες.

Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που γεμάτοι από δίψα για ζωή, ελπίδες και όνειρα, πήραν κάποτε το καράβι ή το τρένο και ξημερώθηκαν σ’ έναν άγνωστο τόπο, όπου ανάλογα με τις περιστάσεις, τους υποδέχτηκαν συγγενείς, φίλοι, αδέρφια ή ακόμη και κανένας.

Το σημερινό κείμενο απευθύνεται σε όλους εκείνους που κάθε 28η Οκτωβρίου και 25η Μαρτίου σκιρτούν από εθνική υπερηφάνεια, σε εκείνους που στέλνουν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία για να μη χαθεί η συνδετική γραμμή με την Ιστορία της φυλής, ανοίγουν τους υπολογιστές και τις τηλεοράσεις για να κρατήσουν την ψευδαίσθηση της συμμετοχής στα τεκταινόμενα πίσω, «στην παλιά πατρίδα».

Σ’ αυτούς που ακόμα και τώρα, φροντίζουν πάντα ν’ αφήνουν στην άκρη κάτι, ώστε αυτό το καλοκαίρι ή το επόμενο, να έρθουν στο χωριό, να ξανασυναντηθούν με παλιούς γνωστούς και φίλους, να ενδιαφερθούν για την εκκλησία, για το καμπαναριό, για τη γέφυρα που δεν έγινε ακόμη, να χορέψουν στο πανηγύρι, να ψάξουν στο χώρο για να βρουν αυτό που χάθηκε στο χρόνο!

Όλοι αυτοί που βρέθηκαν μετανάστες, αντιμετώπισαν τεράστιες δυσκολίες που αφορούσαν τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης και ένταξης στις κατά τόπους κοινωνίες. Κατάφεραν όμως να ενταχθούν, και πολλές φορές να εκλεγούν ακόμη και στους διοικητικούς μηχανισμούς των χωρών όπου βρέθηκαν.

Το γεγονός αυτό, πέρα από την εμπιστοσύνη και την  αποδοχή των ανθρώπων αυτών από τις κοινωνίες που κλήθηκαν να  επιλέξουν και να εκλέξουν, προβάλλει στοιχεία όπως είναι ο δυναμισμός, η πίστη κι η εμμονή τους σε θεσμούς συμμετοχικότητας, συλλογικότητας και δημοκρατίας. Κατάφεραν να προωθήσουν και να συμμετέχουν στην ανάπτυξη της κοινότητάς τους σε όλους τους τομείς.

Παράλληλα, η εκλογή τους σε συλλόγους και φορείς άσκησης ελέγχου ή εξουσίας, δείχνει ίσως, ότι πρόκειται για ανθρώπους που είναι ανοιχτοί στο νέο, το  διαφορετικό και έχουν τη δυνατότητα της ανάλυσης αλλά και της σύνθεσης  πλαισίων, συστημάτων και διαδικασιών, ώστε με τρόπο ευέλικτο και  αποτελεσματικό να εφαρμόζουν παρεμβάσεις λειτουργικές για το τοπικό περιβάλλον.

Αυτοί οι Έλληνες είναι περισσότερο Έλληνες από όλους εμάς που μείναμε πίσω, που πληγώνουμε την πατρίδα με έριδες, με γκρίνιες και με την ανοργανωσιά μας.

Αυτοί οι Ευρυτάνες είναι περισσότερο Ευρυτάνες απ’ όλους εμάς τους λιγοστούς, που θεωρούμε την Ευρυτανία τσιφλίκι μας, που την εκμεταλλευόμαστε με όρους του σήμερα και όχι του αύριο, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας και ότι αυτοί που έφυγαν μας την άφησαν να την προσέχουμε ως κόρη οφθαλμού.

Αυτό το κείμενο, λοιπόν, απευθύνεται σε όλους αυτούς τους ξενιτεμένους, στην ελληνική ομογένεια, στους Ευρυτάνες της διασποράς, τις γυναίκες και τα παιδιά τους, που ενώ μπορεί να κατάγονται από άλλη περιοχή της Ελλάδας, κάθε Κυριακή ανοίγουν την ιστοσελίδα των «Ευρυτανικών Νέων», για να δουν τι γίνεται με τον κορονοϊό, ποιος βγήκε δήμαρχος,  να πάρουν έστω μια μικρή γεύση της μακρινής αλλά τόσο κοντινής στην καρδιά τους πατρίδας.

Και απευθύνεται σ’ αυτούς όχι για κανένα άλλο λόγο, παρά για να τους πει ένα μεγάλο «ευχαριστώ» γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που νιώθουν. Και να τους βεβαιώσει ότι, παρ’ όλο που δεν το δείχνουμε πάντα, εμείς εδώ τους αγαπάμε, τους σεβόμαστε και πάνω απ’ όλα περιμένουμε κάποια μέρα να γυρίσουν.

Τοπικές ειδήσεις
Επικαιρότητα
Αθλητικά