29 Ιουλίου 2021

“Η περίπτωση της πτώσης”. Ο Δ. Παρούτσας ανοίγει συζήτηση για τη “σύγχρονη Τέχνη”, από την έντυπη έκδοση

άρθρο που δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση

Μια από τις πιο ανεκδιήγητες γκάφες στην ιστορία της τέχνης συνέβη σε αυτήν ακριβώς την κοιτίδα του πολιτισμού και της τέχνης: την πατρίδα μας. Αναφέρομαι φυσικά στην πτώση από το ράφι, του πίνακα του Πικάσο, την ημέρα που παρουσιάστηκε η αναμφισβήτητη επιτυχία της αστυνομίας να τον ανακτήσει από τα χέρια του κλέφτη, στα οποία βρίσκονταν επί σχεδόν μια δεκαετία.

Κατ’ αρχάς ας δείξουμε λίγη ενσυναίσθηση προς τον άνθρωπο που έκανε την γκάφα. Στον καθένα θα μπορούσε να συμβεί, μέσα στην αναστάτωση της στιγμής, μέσα στην αγωνία και τον ενθουσιασμό για το επερχόμενο δεκάλεπτο της τηλεοπτικής του εμφάνισης, ήταν φυσικό να είναι λίγο αδέξιος, λίγο απρόσεκτος και κατά συνέπεια να συμβεί το απευκταίο. Κι όχι ότι δεν είχε γρήγορα αντανακλαστικά ο άνθρωπος! Προσπάθησε να τον πιάσει…

Εντούτοις το κακό έγινε. Κι έκτοτε πληρώνει τα επίχειρα της απροσεξίας του, έχοντας γίνει πηγή έμπνευσης για αμέτρητα κωμικά σκετς, για διαφημιστικές καμπάνιες σε όλο τον κόσμο, ακόμη και ευκαιρία για πολιτική αντιπαράθεση!

Ωστόσο, ένα από τα σημαντικά παρεπόμενα αυτού του γεγονότος είναι ότι ξεκίνησε μια ανταλλαγή απόψεων στο διαδίκτυο περί τέχνης, και δη, περί της αξίας της μοντέρνας τέχνης. «Σιγά τα ωά» είπαν κάποιοι. Δεν ήταν δα και κανένα έργο του Φειδία ή του Μιχαήλ Άγγελου! Πέντε γραμμές με ένα απαράδεκτο σκίτσο ανθρώπινης φιγούρας με τα μάτια σε λάθος θέση κι ένα χαμόγελο που θα μπορούσε να ζωγραφίσει κι ένα πεντάχρονο.

Είναι σωστή αυτή η θέση; Πριν απαντήσουμε, ας διευκρινίσουμε ορισμένα ζητήματα: Πρώτα απ’  όλα, η μοντέρνα τέχνη σίγουρα δεν είναι μοντέρνα. Το κίνημα αυτό υπήρχε ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με αξιοσημείωτους συντελεστές, ανάμεσα στους οποίους συμπεριλαμβάνονται ο Πάμπλο Πικάσο, ο Βίνσεντ Βαν Γκονγκ και ο Σαλβαντόρ Νταλί. Πολλές φορές αναφερόμαστε στην τέχνη της εποχής μας, ως «μοντέρνα» όμως ο σωστός όρος είναι «σύγχρονη».

Όταν, λοιπόν οι άνθρωποι επιτίθενται στη σύγχρονη τέχνη πολλές φορές δεν καταλαβαίνουν τον σκοπό της. Αν δουν για παράδειγμα το γλυπτό ενός συνηθισμένου αντικειμένου πάνω στο βάθρο, ή έναν πίνακα που αποτελείται απλά από χυμένα χρώματα πάνω στον καμβά, σκέφτονται «κι εγώ θα  μπορούσα να το κάνω αυτό, δεν χρειάζεται και καμιά σοφία». Το ζήτημα όμως έγκειται στο ότι επικεντρώνονται μόνο στο πόσο δύσκολο είναι να κατασκευαστεί το έργο ή αν θα μπορούσε να το φτιάξει κι ένας απλός άνθρωπος. Όμως, το σημαντικότερο κριτήριο για την αξιολόγηση της ποιότητας ενός κομματιού είναι η έμπνευση που υπάρχει πίσω από αυτό, κι εδώ η σύγχρονη τέχνη υπερέχει.

Πρόκειται, με άλλα λόγια για μια επανάσταση του τρόπου σκέψης. Η τέχνη σήμερα ξεπερνά τις ιδέες του μεταμοντερνισμού, ο οποίος ήταν μια απόρριψη του μοντερνισμού, ο οποίος με τη σειρά του ήταν μια απόρριψη του ρομαντισμού (και πάει λέγοντας). Η αναγεννησιακή τέχνη ήταν όμορφη, ευσεβής και εκλεπτυσμένη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η τεχνοτροπία που την απέρριψε δεν ήταν το ίδιο!

Ας δούμε τον επόμενο πίνακα:

Όταν τον ζωγράφισε ο Μονέ, γύρω στα 1800, με τίτλο «Ανατολή», όλοι θεώρησαν ότι διέπραξε έγκλημα καθοσιώσεως! Πού ήταν τα κόκκινα χρώματα, που ήταν ο ήλιος, τι σόι ζωγραφιά ήταν αυτή; Σήμερα όμως όλοι μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν ήθελε να αποτυπώσει την Ανατολή όπως ήταν στην πραγματικότητα, αλλά αντίθετα όπως την «έβλεπε» ο ίδιος.

Αντίθετα, ο Πικάσο ήταν πολύ επιφυλακτικός στο να δώσει έτοιμες ερμηνείες των έργων του: «Κάθε νόημα που δίνει ο θεατής στα αντικείμενα ενός πίνακά μου, μπορεί να είναι απολύτως πραγματικό και αληθινό. Εμένα όμως η πρόθεσή μου δεν είναι να τους δώσω νόημα. Φυσικά όποιες ιδέες και συμπεράσματα βγάζει, τα έχω κι εγώ αλλά ενστικτωδώς, ασυνείδητα. Εγώ απλά κάνω τον πίνακα για τον πίνακα. Ζωγραφίζω τα αντικείμενα ως αυτά που είναι και τίποτε άλλο».

Όταν ζωγράφισε τον πίνακα «Γκουέρνικα» ως διαμαρτυρία για τον εναέριο βομβαρδισμό της ομώνυμης πόλης από τους Γερμανούς και Ιταλούς φασίστες, κατόπιν πρόσκλησης του Φράνκο, το έργο έκανε φοβερή εντύπωση. Κάθε στοιχείο του  ήταν και μια αντιπολεμική κραυγή και μια δήλωση βαθιάς γνώσης της τέχνης και της επιστήμης.

Ο ταύρος, το παραδοσιακό ισπανικό σύμβολο, αντιπροσώπευε είτε τα  θύματα που ήταν Ισπανοί, είτε την ισπανική βαρβαρότητα. Η φιγούρα της θρηνούσας μητέρας που κρατά το νεκρό της παιδί μπορεί να αναφέρεται στην «Pietà» του Μιχαήλ Άγγελου, όπου η Παναγία θρηνεί τον νεκρό γιο της. Το άλογο είναι ένα από τα κεντρικά στοιχεία του πίνακα. Το τραυματισμένο σώμα του ποδοπατά τυφλά το διαλυμένο σώμα ενός στρατιώτη στο έδαφος. Η μοναδική ελπίδα είναι ) η γυναικεία μορφή που αναδύεται από ένα παράθυρο: Κρατάει μια λάμπα και φωτίζει την καταστροφή, ίσως για να δει ο κόσμος τι συνέβη. Και ο ηλεκτρικός λαμπτήρας μέσα στο «μάτι του Θεού», που τα βλέπει όλα, μπορεί να είναι μια αναφορά στην τεχνολογία και τις θανατηφόρες της επιπτώσεις.

Κατά συνέπεια, όταν ο ζωγράφος της «Γκουέρνικα» έχει δωρίσει στον «ελληνικό λαό, για τη συμβολή του στην αντίσταση κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής» έναν από τους αγαπημένους του πίνακες του, όταν η εκτιμώμενη αξία του είναι στα 16,5 εκατομμύρια δολάρια, όταν ο ίδιος ο ζωγράφος είχε επίγνωση της σπουδαιότητας της υπογραφής του, ε, τότε πραγματικά όλος ο θόρυβος που ξεσηκώθηκε είναι δικαιολογημένος.

Αυτό είναι λοιπόν η μοντέρνα τέχνη: καθώς τα χρόνια περνούσαν, οι καλλιτέχνες καταπιέζονταν από το κατεστημένο που τους υποχρέωνε να ζωγραφίζουν τα ίδια πράγματα με τους ίδιους τρόπους ξανά και ξανά. Άρχισαν να ζωγραφίζουν πιο χαλαρά ή πιο βίαια, ως μια πράξη ανοιχτής εξέγερσης, και αυτή η τάση εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά, η οποία μάλιστα δεν έχει σβήσει ακόμη. Ο 20ος και ο 21ος αιώνας είναι γεμάτος ταλέντο και καινοτομία, αυτό που συμβαίνει είναι ότι απλά, μερικές φορές δεν εντάσσονται καν στη σύνθεση της ίδιας της τέχνης.

Ναι, όλοι συμφωνούμε, ότι μια λεκάνη τουαλέτας πάνω σε ένα βάθρο δεν είναι και τόσο δύσκολο να φτιαχτεί όσο ο «Δαβίδ» του Μιχαήλ Άγγελου, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι το νόημα του τεχνουργήματος και την ουσία της τέχνης. Κι αυτή δεν αφορά μόνο φωτορεαλιστικούς πίνακες, αισθητικά ευχάριστους (κάτι που έτσι κι αλλιώς είναι υποκειμενικό), αλλά την αμφισβήτηση και του μέσου και του θεατή και της αντίληψής του για την τέχνη. Ορισμένοι σιχαίνονται την ιδέα ότι οι σύγχρονοι καλλιτέχνες απομακρύνονται από τα ρεαλιστικά πορτρέτα και ρέπουν προς τις λεκάνες της τουαλέτας, εντούτοις ας μη φοβούνται: υπάρχουν ακόμα αμέτρητοι ταλαντούχοι καλλιτέχνες που ακολουθούν τις παραδοσιακές τεχνοτροπίες.

Με τη γέννηση του Διαδικτύου ήρθε και η γέννηση της εποχής της Πληροφορίας. Σήμερα τα έργα τέχνης δεν περιορίζονται σε ασφυκτικά γεμάτα μουσεία και στα αρχοντικά των πλούσιων συλλεκτών. Η τέχνη μεταβλήθηκε σε μια δωρεάν προσφορά την οποία ο καθένας μπορεί να δει και να εμπνευστεί όποτε το επιθυμεί. Πολλοί καλλιτέχνες επιστρέφουν σε πιο παραδοσιακά στυλ ζωγραφικής και γλυπτικής, ενώ άλλοι αμφισβητούν το μέσο. Η τέχνη είναι πολύ πιο διαδεδομένη και πολύ πιο διαφορετική τα τελευταία χρόνια, πράγμα που σημαίνει ότι ο όρος «σύγχρονη τέχνη» είναι πιο περιεκτικός από ποτέ.

Οπότε όχι, δεν μπορεί να το κάνει ο καθένας. Ναι, όλοι μπορούμε να πιτσιλίσουμε ένα πανί με χρώματα ή να βιδώσουμε πέντε λάμπες στο πάτωμα σαν επαγγελματίες, όμως δεν είναι αυτό που θα κάνει τη σύνθεσή μας να ξεχωρίσει. Τότε, μήπως αυτό σημαίνει ότι πρέπει υποχρεωτικά να μας αρέσει; Ασφαλώς και όχι. Μπορεί να μας αρέσει ό,τι θέλουμε, να υποστηρίζουμε ό,τι μας κάνει κέφι, εντούτοις, προτού ασκήσουμε κριτική στη σύγχρονη τέχνη, ότι τάχα είναι «πολύ εύκολη», ας σταθούμε λίγο και ας σκεφτούμε.

ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΑΘΛΗΤΙΚΑ