30 Μαΐου 2024

ΜΕΝΟΥ

Καρλ Κρατσάιζεν: Ο Βαυαρός στρατιωτικός χάρη στον οποίον γνωρίζουμε τη μορφή των ηρώων του ’21 – Φιλοτέχνησε 39 προσωπογραφίες

Ο Γερμανός στρατιωτικός, σημαίνων Φιλέλληνας και ζωγράφος Καρλ Κρατσάιζεν, είναι -εν πολλοίς- ο λόγος που σήμερα γνωρίζουμε τη μορφή των εμβληματικών αγωνιστών του 1821.

Μια σειρά από λιθογραφίες του μάς επιτρέπουν να γνωρίζουμε την όψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά, του στρατηγού Μακρυγιάννη, του Ανδρέα Μιαούλη, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και πολλών άλλων αγωνιστών. Ο Κρατσάιζεν βρέθηκε στην Ελλάδα ως εθελοντής στο βαυαρικό εκστρατευτικό σώμα, ενώ παράλληλα κατέγραφε με τον δικό του τρόπο τις εξελίξεις στα μέτωπα του αγώνα.

Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, ο Βαυαρός εκδήλωσε τα φιλελληνικά του αισθήματα. Τον Αύγουστο του 1826, υπηρετούσε στην Βαυαρία, με τον βαθμό του υπολοχαγού (ΠΖ), όταν αποφάσισε να μεταβεί στην Ελλάδα για να στηρίξει τον αγώνα των Ελλήνων. Δίχως να εξασφαλίσει την απαραίτητη άδεια από την υπηρεσία του, ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι από το Μόναχο, και έφθασε εν τέλει στο Ναύπλιο μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Δυρραχίου, Κέρκυρας, Ζακύνθου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα. Στην Αθήνα κατατάχθηκε στο σώμα Βαυαρών εθελοντών υπό τον Karl Wilhelm von Heideck. Το Σώμα αυτό είχε δημιουργηθεί κατά προτροπή του βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου A’, πατέρα του μελλοντικού βασιλέα της Ελλάδος Όθωνος.

Αν και έμεινε μόνο για ένα χρόνο στην Ελλάδα, ως τον Αύγουστο του 1827, συμμετείχε σε σημαντικές μάχες, ιδιαίτερα στην Αθήνα. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα, ο Κρατσάιζεν υπηρέτησε στη Σαλαμίνα και στο Ναύπλιο, ενώ έλαβε μέρος στην πολιορκία των Αθηνών το 1826, υπό τις διαταγές του Καρόλου Φαβιέρου. Επίσης, αγωνίσθηκε στην πολιορκία της Ακροπόλεως, το διάστημα από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο του 1827, αλλά και στη μάχη του Φαλήρου, στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Κρατσάιζεν, φιλοτέχνησε το πρόσωπο του Έλληνα Στρατηγού μία ημέρα πριν τον θανάσιμο τραυματισμό του. Τον Αύγουστο του 1827 ο Κρατσάιζεν φιλοτέχνησε το τελευταίο του ιχνογράφημα στην Ελλάδα, αυτό του σπουδαίου Φιλέλληνα βαρόνου Friedrich Eduard von Rheineck (1796-1854).

Μετά την επιστροφή του στην Γερμανία, ο Κρατσάιζεν αποτάχθηκε από τον Βαυαρικό στρατό, εξαιτίας της απουσίας του χωρίς άδεια, κάτι που συνιστούσε “λιποταξία”. Επανήλθε όμως στις τάξεις του στρατεύματος, με παράλληλη απόδοση των στρατιωτικών του βαθμών, χάριν της υπηρεσίας του στην Ελλάδα υπό τις διαταγές του Karl Wilhelm von Heideck.

Ο Κρατσάιζεν υπήρξε ιππότης πολλών Γερμανικών Παρασήμων, ενώ ταυτόχρονα ήταν κάτοχος των Ελληνικών ηθικών αμοιβών του Αργυρού Αριστείου του Αγώνος και του Ταξιάρχη του Τάγματος των Ιπποτών του Σωτήρος. Υπόμνηση της πολεμικής δραστηριότητας του Κρατσάιζεν στην Ελλάδα, αποτελεί η απεικόνισή του στον πίνακα ‘’Το εν Πειραιεί στρατόπεδον του Καραϊσκάκη κατά το έτος 1827’’, τον οποίο φιλοτέχνησε ο Θεόδωρος Βρυζάκης. Ο Γερμανός αξιωματικός, τοποθετημένος στην κάτω αριστερή γωνία του πίνακα, στέκεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους, με λυγισμένο το δεξιό του πόδι, ενώ δείχνει την Ακρόπολη των Αθηνών με το αριστερό του χέρι.

Ο Karl Κρατσάιζεν δεν άφησε απομνημονεύματα, ούτε σημειώσεις. Άφησε όμως ένα ιδιαίτερα σημαντικό καλλιτεχνικό και ιστορικό έργο.

Όλα άρχισαν στις 11 Αυγούστου 1826 στο Ναύπλιο, όταν ο Κρατσάιζεν συνάντησε τον Γεώργιο Κουντουριώτη και σκιτσάρισε το πορτραίτο του, το οποίο ήταν το πρώτο που δημιούργησε. Σταδιακά, γνώρισε προσωπικά τους περισσοτέρους από τους αγωνιστές και τους παράγοντες της Ελληνικής Εθνεγερσίας του 1821. Ανάμεσα σε αυτούς υπήρχαν πυρπολητές, καπεταναίοι, οπλαρχηγοί, προεστοί και Φιλέλληνες. Αρχικά σχεδίαζε το πορτραίτο τους και στη συνέχεια τους ζητούσε να υπογράψουν το έργο που τους απεικόνιζε ως πιστοποιητικό αυθεντικότητας. Μετά την επιστροφή του στη Γερμανία, δημιούργησε μία σειρά από λιθογραφίες που μας προσφέρουν τη δυνατότητα να γνωρίζουμε με ακρίβεια την όψη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Γεωργίου Καραϊσκάκη, Νικηταρά, Ιωάννη Μακρυγιάννη, Ανδρέα Μιαούλη, Κωνσταντίνου Κανάρη, Κίτσου Τζαβέλλα, Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, αλλά και των Τομπάζη, Γεωργίου Κουντουριώτη, Γεωργίου Μαυρομιχάλη, Ανδρέα Ζαΐμη, Σισίνη και πολλών άλλων. Ενώ, οι πλέον γνωστοί από τους Φιλέλληνες που φιλοτεχνήθηκαν ήταν οι Charles Fabvier, Frank Hastings και Thomas Gordon.

Μετά τον θάνατο του Κρατσάιζεν, η συλλογή με το έργο του περιήλθε ως κληρονομιά στην κόρη του, την Maria Κρατσάιζεν – Fetova, σύζυγο του Ρώσου καθηγητή Ion Radionov Fetov, ο οποίος δίδασκε στο Βερολίνο και μετά στο Γαλάτσι της Ρουμανίας. Μετά τον θάνατο της Μαρίας, ο σύζυγος της ενημέρωσε τον Έλληνα ζωγράφο Νικόλαο Γύζη για την ύπαρξη των λιθογραφιών και πως ήθελε να τις παραχωρήσει στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο Γύζης του συνέστησε να τις παραχωρήσει στο (υπό ίδρυση) Μουσείο της πόλεως των Αθηνών.

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926, ο Fetov κατέθεσε το ιστορικό της συλλογής και ενημέρωσε επίσημα το Ελληνικό προξενείο στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, ενώ ανέθεσε τα σχετικά με την πώληση στον Έλληνα κάτοικο εξωτερικού Αντύπα. Λίγο καιρό αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, τότε διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, ζήτησε από την Ελληνική κυβέρνηση (με άρθρο που δημοσίευσε), να αγοράσει το κληροδότημα, όπως και συνέβη, έναντι του ποσού των 200.000 δραχμών, και στη συνέχεια να το παραδώσει στην Εθνική Πινακοθήκη. Στη συλλογή περιλαμβάνονται η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάιζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνιστή του 1821 Δημητρίου Πλαπούτα, το οποίο εκτίθεται στο Παράρτημα του Πολεμικού Μουσείο στο Ναύπλιο, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο λεπτομερής κατάλογος των έργων στη Ρουμανική γλώσσα, με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζομένων.

Οι λιθογραφίες του Κρατσάιζεν βρίσκονται στην Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου στην Αθήνα και μέχρι σήμερα η συλλογή έχει παρουσιασθεί τρεις φορές σε εκθεσιακό επίπεδο.

Σύμφωνα με τον καθηγητή της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, Παντελή Πρεβελάκη, οι προσωπογραφίες του Κρατσάιζεν «είναι αρκετές για να συνθέσουν την αρχέτυπη εικόνα του Εθνικού Αγωνιστή που αναζητεί το ομαδικό υποσυνείδητο. Ιδωμένη από την ιστορική και ψυχολογική πλευρά, η κάθε προσωπογραφία αποτελεί μια ανεκτίμητη μαρτυρία για την φυλή, τον χαρακτήρα, την κοινωνική κατάσταση του εικονιζομένου».

Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα έγραψε σχετικά: «…Ο Καρλ Κρατσάιζεν έβαζε τον εικονιζόμενο να υπογράψει στο κάτω μέρος του χαρτιού. Του οφείλουμε θαυμασμό για την πρόνοια του και ευγνωμοσύνη γι’ αυτή τη σιωπηλή αλλά ψηλαφητή μαρτυρία … Ο Καρλ Κρατσάιζεν αν δεν είχε πάρει μαθήματα ζωγραφικής, είχε ασκηθεί τόσο πολύ, ώστε τα σχέδιά του δεν μπορούν να θεωρηθούν έργα ερασιτέχνη. Το βλέμμα του διεισδυτικό, οξύ και υποστηρίζεται από ένα χέρι που σχεδιάζει διστακτικά μεν, αλλά με μεγάλη ακρίβεια και ευαισθησία. Συχνά τα σχέδιά του έχουν την ποιότητα του νεοκλασικού ζωγράφου Ενγκρ … Οφείλουμε πράγματι ευγνωμοσύνη τόσο στους κληρονόμους του Κρατσάιζεν που διαφύλαξαν αυτόν τον θησαυρό όσο και στον Ζαχαρία Παπαντωνίου, διευθυντή τότε της Εθνικής Πινακοθήκης, που είχε την έμπνευση να τον αποκτήσει το 1926…».

ΠΗΓΗ: Εταιρεία για τον Ελληνισμό και Φιλελληνισμό

ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΑΘΛΗΤΙΚΑ