4 Δεκεμβρίου 2021

Κενά εκπαιδευτικών στα σχολεία της Ευρυτανίας, ένα μήνα μετά το πρώτο κουδούνι. Επιστολή του Συλλόγου Εκπ/κών Α/θμιας

ρεπορτάζ από την έντυπη έκδοση

Δάσκαλοι, νηπιαγωγοί και γονείς διαμαρτύρονται για τις ελλείψεις εκπαιδευτικού προσωπικού στην Ευρυτανία, έναν μήνα μετά την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Σε επιστολή του, ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Α/θμιας Εκπ/σης καταγράφει τα λειτουργικά κενά και ζητά την άμεση κάλυψή τους

Ένα μήνα μετά την έναρξη των μαθημάτων για τη νέα σχολική χρονιά 2021-2022 και στην περιφερειακή ενότητα Ευρυτανίας διαπιστώνονται ακόμα λειτουργικά κενά που έχουν ως αποτέλεσμα «…την υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και την παρεμπόδιση της εύρυθμης λειτουργίας των σχολείων», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ευρυτανίας.

«Περιμέναμε», τονίζουν δάσκαλοι και νηπιαγωγοί, «την κάλυψη των κενών τουλάχιστον µε τη Β’ φάση προσλήψεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών και αντί αυτού, τα σχολεία συνεχίζουν να λειτουργούν υποστελεχωµένα». «Επειδή όλοι οι μαθητές έχουν τα ίδια δικαιώματα και επειδή η συνεχιζόμενη καθυστέρηση αποβαίνει σε βάρος τους, σας καλούμε να προβείτε άμεσα σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια για την κάλυψη όλων των λειτουργικών κενών του νομού µας», αναφέρεται στην ίδια επιστολή, που απευθύνεται προς το Υπουργείο Παιδείας, την Περιφερειακή Δ/νση Εκπαίδευσης Στ. Ελλάδας, τη Δ/νση Α/θμιας Εκπαίδευσης Ευρυτανίας, τη Δ.Ο.Ε. και τον Βουλευτή.

Σύμφωνα με τα μέλη του συλλόγου, στα σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Ευρυτανίας απαιτούνται: ένας δάσκαλος γενικής αγωγής, ένας δάσκαλος ειδικής αγωγής, δύο νηπιαγωγοί, ένας νηπιαγωγός παράλληλης στήριξης, ένας εκπαιδευτικός Αγγλικής Γλώσσας, ένας εκπαιδευτικός Γαλλικής Γλώσσας, ένας εκπαιδευτικός Εικαστικών, ένας εκπαιδευτικός ΤΠΕ µειωµένου ωραρίου, ένας εκπαιδευτικός Μουσικής µειωµένου ωραρίου και δύο σχολικοί νοσηλευτές.

«Εκφράζουμε», σημειώνουν οι εκπαιδευτικοί του νομού, «την έντονη διαμαρτυρία µας στη διαιώνιση της πολιτικής του Υπουργείου Παιδείας για ‘εξοικονόµηση’ εκπαιδευτικών, σε βάρος της µόρφωσης των παιδιών και της ∆ηµόσιας παιδείας και ειδικά σε βάρος µμαθητών που χρήζουν ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, είτε αυτοί φοιτούν σε ειδικά σχολεία, είτε σε ολιγοµελή τµήµατα γενικών». «Απαιτούµε το ελάχιστο», καταλήγει η επιστολή του συλλόγου, «την άµεση κάλυψη όλων των κενών στα σχολεία του νομού και τον σεβασµό στα µορφωτικά δικαιώματα των μαθητών και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών».

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ

ΘΕΜΑ: «Η κατάσταση στην εκπαίδευση»

“Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα καταγράψουν την περίοδο που ζούμε γενικά, αλλά και στα σχολεία ειδικά, σαν την εποχή της παράνοιας. Η κατάσταση που επικρατεί δυστυχώς είναι απερίγραπτη και για όλα αυτά που συμβαίνουν στα σχολεία, σύμφωνα με το ΥΠΑΙΘ, φταίνε οι δάσκαλοι που απεργούν, που αντιδρούν, που γεννούν παιδιά, που αρρωσταίνουν, που δε θέλουν την αξιολόγηση…

Όταν για δυο χρόνια η πολιτεία δε στήριξε το δημόσιο σχολείο, όταν το μόνο μέτρο αντιμετώπισης της πανδημίας ήταν η αναστολή λειτουργίας των σχολείων, όταν δεν ήρθε ποτέ υλικοτεχνικός εξοπλισμός στα σχολεία από το υπουργείο (με εξαίρεση τις μάσκες αλεξίπτωτα, τα μίνι παγουρίνα και 2 τάμπλετ ανά 150 μαθητές), όταν οι πλατφόρμες του υπουργείου έκαναν τη δουλειά μας πιο δύσκολη, αφού δε μπορούσαν να την υποστηρίξουν, όταν οι εκπαιδευτικοί αυτοεπιμορφώνονταν ή αλληλοεπιμορφώνονταν για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, όταν δεν καλύπτονταν τα κενά στα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί κάλυπταν τις ώρες υπερβαίνοντας το ωράριό τους για να μην μείνουν τα παιδιά χωρίς δάσκαλο, όταν τα ΜΜΕ έριχναν κατευθυνόμενη λάσπη στους εκπαιδευτικούς, όταν οι ομοσπονδίες ζητούσαν να συναντηθούν με την ηγεσία του υπουργείου για να συζητήσουν και δεν έπαιρναν απάντηση, όταν σε μια νύχτα εξαφανίστηκε ο θεσμός του αιρετού από τα υπηρεσιακά συμβούλια, όταν αυξανόταν ο αριθμός των μαθητών ανά τάξη εν μέσω πανδημίας, έκλειναν σχολεία και συμπτύσσονταν τμήματα για να εξοικονομηθούν δάσκαλοι, όταν ζητούνταν έγκαιρος προγραμματισμός από τα σχολεία αλλά οι εγκύκλιοι έφταναν σε αυτά τελευταία στιγμή για να έρθει και διευκρινιστική την επόμενη ημέρα, όταν γίνονταν όλα αυτά και πολλά ακόμα…, η Υπουργός μας συνέχιζε να νομοθετεί ακάθεκτη, να εφαρμόζει μια αδιάλλακτη πολιτική και να κρατά αλαζονική στάση, να εξαπολύει απειλές και εκβιασμούς, συσσωρεύει ευθύνες και αρμοδιότητες στις πλάτες διευθυντών και εκπαιδευτικών που δεν τους αφήνουν να αφοσιωθούν σε ό,τι θα έπρεπε να είναι η αποκλειστική τους έννοια, τα παιδιά και το εκπαιδευτικό τους έργο.

Και μετά τα δύο αυτά χρόνια ερχόμαστε στο σήμερα. Ένα μήνα μετά τον αγιασμό έχουμε σχολεία με χιλιάδες κενά σε προσωπικό, παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες χωρίς το απαραίτητο ειδικό παιδαγωγικό προσωπικό, παιδιά με προβλήματα υγείας χωρίς σχολικό νοσηλευτή, συγχωνεύσεις τμημάτων, αμφίβολης σοβαρότητας υγειονομικά πρωτόκολλα, κατηγορώ σε εκπαιδευτικούς που έκαναν παιδιά και πήραν άδεια, διευθυντές λάστιχα για όλες τις δουλειές, εκπαιδευτικούς που με ελάχιστα μέσα «βγάζουν τη δουλειά».

Και το μόνο που ακούγεται παντού είναι ότι οι εκπαιδευτικοί «δε θέλουν» την αξιολόγηση!

Αξιολόγηση κάνεις για να εντοπίσεις τα θετικά ή τα αρνητικά και στη συνέχεια να παρέμβεις για να κάνεις βελτιώσεις. Στην περίπτωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος δε χρειάζεται όλη αυτή η γραφειοκρατία που ζητά το Υπουργείο για να εντοπίσει κανείς την πηγή των προβλημάτων μέσα στα σχολεία, ούτε χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα σοφός.

Οι εκπαιδευτικοί δε φοβούνται την αξιολόγηση μην τυχόν κριθούν ανεπαρκείς στη διδασκαλία της γλώσσας, των μαθηματικών και κάθε διδακτικού αντικειμένου. Έχουν επιστημονική επάρκεια. Πρόκειται για έναν κλάδο χιλιάδων ανθρώπων εργαζομένων που έχουν πανεπιστημιακή μόρφωση και πολύ αυξημένα προσόντα, τα οποία με ίδια μέσα και εκτός εργασιακού ωραρίου επικαιροποιούν και ενισχύουν μέσα από συνεχείς επιμορφώσεις και τη συμμετοχή τους σε μεταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα σπουδών. Πάγια θέση του κλάδου ήταν η αυτοαξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου των σχολικών μονάδων. Αλλά πώς μπορούμε να μιλάμε για αξιολόγηση όταν δεν έχουν διορθωθεί πρώτα διαρθρωτικά ζητήματα, όπως είναι η έγκαιρη στελέχωση των σχολείων με εκπαιδευτικούς, η επαρκής χρηματοδότηση, η κατάλληλη κτιριακή και υλικοτεχνική υποδομή, η τεχνική και παιδαγωγική υποστήριξη, η εστιασμένη επιμόρφωση, η διασφάλιση της υγείας και όταν ξεχνάμε ή μάλλον παραβλέπουμε ότι για οποιαδήποτε αλλαγή απαιτείται μακροχρόνιος σχεδιασμός και ακόμη περισσότερος χρόνος για σταδιακή εφαρμογή της αλλαγής.

Αυτή τη στιγμή οι εκπαιδευτικοί καταναλώνουν το σύνολο του εργασιακού ωραρίου τους και αμέτρητες ώρες εκτός αυτού σε εργασίες και αρμοδιότητες που δεν έχουν σχέση με την κύρια ευθύνη τους, που είναι η εκπαιδευτική διαδικασία, και αναγκάζονται να ασχολούνται συνέχεια με γραφειοκρατικές διαδικασίες που νομοθετεί το Υπουργείο Παιδείας, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να ξαναχτίσουν το σχολείο που άφηνε κλειστό η πολιτεία στο όνομα της πανδημίας και να είναι δυνατοί και χαμογελαστοί για να καταφέρουν να κάνουν τους μαθητές τους να πατήσουν ξανά γερά και να σηκωθούν ψηλά. Μπορούν και είναι απόλυτα ικανοί να τα καταφέρουν όλα και να αριστεύσουν. Το έχουν αποδείξει πολλές φορές. Το Υπουργείο το γνωρίζει αυτό και δυστυχώς δεν ενδιαφέρεται για το πραγματικό κόστος. Έχει περάσει μόλις ένας μήνας από τον αγιασμό και η ψυχολογική και επαγγελματική εξουθένωση στην οποία οδηγεί η υπουργός τους εκπαιδευτικούς είναι ήδη ορατή, ενώ αυτό που τους ανησυχεί είναι ότι αργά ή γρήγορα θα φανεί ο αντίκτυπος και στους μαθητές.

Οι εκπαιδευτικοί, λοιπόν, δεν αντιδρούν στην αξιολόγηση. Οι εκπαιδευτικοί αρνούνται να σκύψουν το κεφάλι και να αποδεχτούν το κλίμα υποτέλειας και τρομοκρατίας που επιβάλλει το Υπουργείο Παιδείας. Αρνούνται να δεχτούν την ισοπέδωση του Δημόσιου σχολείου με πρόσχημα την αναβάθμισή του.

Οι εκπαιδευτικοί, λοιπόν, αντιδρούν γιατί απλά νοιάζονται για το δημόσιο σχολείο και τους μαθητές του”.

ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΑΘΛΗΤΙΚΑ