“Μια -όχι και τόσο- δύσκολη μέρα”, του Δ. Παρούτσα. Η επιχείρηση εξόντωσης του Μπιν Λάντεν και κάποια συμπεράσματα

Κάτι ο υποχρεωτικός εγκλεισμός στο σπίτι λόγω κορονοϊού, κάτι ο χιονιάς που χάλασε το σήμα της «Ντίτζια» και η τηλεόραση δεν έπιανε τίποτα άλλο, εκτός από το Σταρ Κεντρικής Ελλάδας μού θύμισαν παλιές «καλές» εποχές της δεκαετίας του 1970.

Και τότε το ΕΙΡΤ συχνά – πυκνά χαλούσε και ήταν δύσκολο να ανέβουν στην κεραία να την επιδιορθώσουν. ΥΕΝΕΔ δεν πιάναμε τότε εύκολα, όπως σήμερα δεν πιάνουμε ΣΚΑΙ. Πενήντα χρόνια μετά, δηλαδή, η κατάσταση λίγο έχει μεταβληθεί ως φαίνεται στο Καρπενήσι. Ψηφιακό μεν το σήμα, ασθενές δε. 

Εκών άκων, λοιπόν, κατευθύνθηκα στη βιβλιοθήκη να βρω τίποτα να χαζέψω και έπεσα πάνω σε ένα βιβλίο που είχα διαβάσει προ ετών. Το είχα βρει στις προσφορές μιας εφημερίδας και το έγραψε ο Ματ Μπισονέ, ένας από τους κομάντος που παραβρέθηκαν στην επιχείρηση εξόντωσης του Μπιν Λάντεν, με τίτλο «Δύσκολη μέρα».

Το βιβλίο διαβάζεται πολύ εύκολα. Δεν είναι άλλωστε και κανένα λογοτεχνικό αριστούργημα· μια κλασσική περιπέτεια είναι, με περιγραφές μαχών, στρατιωτικές συντομογραφίες, υψηλή τεχνολογία και πολύ – πολύ αμερικάνικο σοβινισμό. Τελειώνοντάς το, ο αναγνώστης μένει με την πικρή γεύση της ανασφάλειας ότι όλα παρακολουθούνται από το αόρατο μάτι της CIA και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών της που μπορούν να πετάξουν παντού και να δουν τα πάντα. Μένει, επίσης, με την επίγευση ότι οι στρατιωτικοί μπορούν πάντα να παραβαίνουν τις προτροπές των πολιτικών και προτιμούν τις καθαρές λύσεις, αφού, και στην περίπτωση αυτή, από την εντολή «φέρτε τον ζωντανό ή νεκρό», προτίμησαν το δεύτερο.

Κι όχι μόνο αυτό: Παρά τη σαρωτική τους υπεροχή και την εξασφαλισμένη τους επιτυχία, δεν έδειξαν κανένα σεβασμό στον νεκρό ιδρυτή της «Αλ Κάιντα». Θα πει κανείς, ότι ο ίδιος ο Μπιν Λάντεν δεν είχε δείξει κανέναν σεβασμό στους Αμερικανούς σφαγιάζοντας 3000 ανθρώπους στην Πτώση των Πύργων. Σωστό, αλλά και πάλι δεν πρέπει οι «πολιτισμένοι» να διαφέρουν κάπως από τους «απολίτιστους»;

Οι νικητές όχι μόνο έδειξαν ασέβεια προς τον νεκρό, αλλά τον κακομεταχειρίστηκαν κιόλας. Σε συνέντευξη που έδωσε –μεταμφιεσμένος – ο ίδιος κομάντο, διαμείφθηκε ο εξής διάλογος:

Δημοσιογράφος: Ο Χαλίντ (ο γιος του Μπιν Λάντεν) είναι νεκρός σ’ αυτή τη φάση. Ο επικεφαλής προσπερνάει το πτώμα του. Και εσείς τώρα είστε το Νο 2. Βρίσκεστε ακριβώς πίσω από τον επικεφαλής.

Μπισονέ: Ναι, και προσπαθώ να κοιτάξω τριγύρω. Τον ακούω να ρίχνει μερικές βολές. Βλέπω ένα κεφάλι – και κάποιον να εξαφανίζεται μέσα στο δωμάτιο.

Δημοσιογράφος: Ο επικεφαλής είδε κάποιον να βγάζει το κεφάλι του έξω από την πόρτα και τον πυροβόλησε, ακριβώς όπως τον Χαλίντ προηγουμένως.

Μπισονέ: Ναι.

Δημοσιογράφος: Τι κάνατε τότε;

Μπισονέ: Μέσα στο δωμάτιο, μπορούσα να διακρίνω ένα σώμα ξαπλωμένο στο πάτωμα. Γύρω του στεκόταν δύο γυναίκες, πολύ κοντά στην πόρτα. Γύρισαν προς τον επικεφαλής. Αυτός έτρεξε μέσα, κυριολεκτικά τις άρπαξε κάτω από τα δυο του μπράτσα και τις έσπρωξε στον απέναντι τοίχο. Έτσι, αν φορούσαν γιλέκο αυτοκτονίας και προσπαθούσαν να ανατιναχτούν, δεν θα επηρέαζε τους υπόλοιπους.

Δημοσιογράφος: Εκείνος όμως θα σκοτώνονταν;

Μπισονέ: Ναι.

Δημοσιογράφος: Μπήκατε λοιπόν στο δωμάτιο και είδατε έναν άντρα να κείτεται στο πάτωμα. Τι κάνατε;

Μπισονέ: Εγώ και ο επόμενος επιτιθέμενος, ταυτόχρονα, εμπλακήκαμε αρκετές φορές με τον άντρα και στη συνέχεια κυλιστήκαμε στο δωμάτιο και συνεχίσαμε την εκκαθάριση.

Δημοσιογράφος: Όταν λέτε ότι εμπλακήκατε, τι εννοείτε;

Μπισονέ: Βάλλαμε εναντίον του.

Δημοσιογράφος: Τον πυροβολήσατε;

Μπισονέ: Ναι.

Δημοσιογράφος: Εξακολουθούσε να κινείται;

Μπισονέ: Λίγο. Αλλά δεν μπορούσες να δεις τα χέρια του. Θα μπορούσε να κρατάει κάτι, μια χειροβομβίδα ή κάτι κάτω από το στήθος του.

Δημοσιογράφος: Ώστε μετά τον τραυματισμό του εξακολουθούσε να κινείται. Τον πυροβολήσατε δύο φορές;

Μπισονέ: Αρκετές φορές.

Δημοσιογράφος: Αρκετές φορές, ενώ και οι κομάντο που στεκόταν πίσω σας έκαναν το ίδιο. Σε αυτό το σημείο, το σώμα του ήταν ακίνητο;

Μπισονέ: Ναι.”.

Αυτή η μαρτυρία σε συνδυασμό με την περιγραφή της μεταφοράς της σορού με το ελικόπτερο, όπου για λόγους έλλειψης χώρου ένας κομάντο καθόταν πάνω της, δείχνει το μέγεθος της ανώφελης επίδειξης ισχύος.

Ο Όμηρος πριν από κάπου 2.800 χρόνια αντιμετώπισε κριτικά έως απορριπτικά τον Αχιλλέα στην Ιλιάδα, όταν αρνήθηκε να παραδώσει τον νεκρό Έκτορα στον Πρίαμο, παρ’ ότι υποχώρησε τελικά μπροστά στην οδύνη του πατέρα. Περιγράφεται στην Ω ραψωδία:

“Και τα μουλάρια ξέζεψαν εκείνοι και τους ίππους

κι έμπασαν μέσα στην σκηνήν τον κήρυκα του γέρου

και τον εκάθισαν εκεί· και απ’ το λαμπρόν αμάξι

τ’ άπειρα λύτρα εσήκωσαν του Έκτορος και δύο

χλαμύδες άφησαν εκεί κι έναν καλό χιτώνα

να πάρει σπίτι τον νεκρόν μ’ εκείνα σκεπασμένον.

Κι είπε στες δούλες τον νεκρόν να λούσουν και να χρίσουν

ανάμερα, μη ο Πρίαμος θωρώντας το παιδί του

μες στην καρδιά του την οργήν του πόνου δεν κρατήσει”.

Ο Σοφοκλής πριν από κάπου 2.500 χρόνια αντιμετώπισε εντελώς απαξιωτικά τον Κρέοντα που αρνήθηκε να παραδώσει τον νεκρό Πολυνείκη στην Αντιγόνη. Ο σεβασμός στον νεκρό, όποιος κι αν ήταν αυτός, βρισκόταν τότε ψηλά-ψηλά στην αξιακή κλίμακα του πολιτισμού.

Όταν η Αντιγόνη παρουσιάστηκε μπροστά στον Κρέοντα κατηγορούμενη ότι παραβίασε τη διαταγή του να μη ταφεί ο νεκρός Πολυνείκης, παραδέχθηκε ότι είχε παραβεί τη διαταγή αυτή και αντέταξε ότι την ταφή επιβάλλει η άγραφη και ασάλευτη επιταγή των Θεών:

“[οὐ] ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα

δύνασθαι θνητὸν ὄνθ᾽ ὑπερδραμεῖν.

οὐ γάρ τι νῦν γε κἀχθές,

ἀλλ᾽ ἀεί ποτε ζῇ ταῦτα,

κοὐδεὶς οἶδεν ἐξ ὅτου ᾽φάνη.”

Δηλαδή:

“Κι ούτε τις άγραφες και ασφαλείς επιταγές των θεών

μπορεί κανείς θνητός να ξεπεράσει

γιατί δεν είναι χθεσινές

μα ζουν αιώνια ετούτες

και κανείς δεν ξέρει πότε εμφανίστηκαν.”

Αρκεί αυτή η μικρή αντιπαραβολή για να διαπιστωθεί το πολιτισμικό βάραθρο που χωρίζει το τότε από το τώρα.

Τοπικές ειδήσεις
Επικαιρότητα
Αθλητικά