30 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΕΝΟΥ

Ο γείτονάς μου, ο Άη Στάθης

"Το Καρπενήσι τιμά τον Άγιο Ευστάθιο, με ένα παρεκκλήσιο (της Αγίας Τριάδας) στο βόρειο άκρο του Τουρκόπλαγου -στη γειτονιά μου. Η σημερινή μορφή του ναΐσκου είναι η τρίτη κατά σειρά. Οι προχωρημένης ηλικίας Καρπενησιώτες θυμούνται έναν άλλο ναό σε ρυθμό βασιλικής".

Αναδημοσιεύουμε ανάρτηση του Ευρυτάνα δημοσιογράφου Δημήτρη Ευαγγελοδήμου, με αφορμή τον εορτασμό του Αγίου Ευσταθίου, μεγαλομάρτυρα της χριστιανικής εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.

“Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ ΜΟΥ, Ο ΑΗ ΣΤΑΘΗΣ

Όταν γεννήθηκε ο Άγιος Ευστάθιος, ως Ρωμαίος πολίτης με το όνομα Πλακίδας και αργότερα καριερίστας αξιωματικός των ρωμαϊκών λεγεώνων -κυνηγώντας είδε ένα ελάφι που έφερε στα κέρατά του ένα σταυρό, με αποτέλεσμα να αναφωνήσει «θαύμα! θαύμα!» και να ασπαστεί τον Χριστιανισμό- στη Ρώμη βασίλευε ο αυτοκράτορας Τραϊνός και μετά τον θάνατό του ο φιλέλληνας, φιλόσοφος και ποιητής Αδριανός. Έργα του τελευταίου μάλιστα θαυμάζουμε ακόμη στην Αθήνα, όπως η Πύλη του Αδριανού, η Βιβλιοθήκη του Αδριανού, το Αδριάνειο υδραγωγείο, αλλά και ο ναός του Διός, γνωστός σήμερα ως οι στύλοι του Ολυμπίου Διός. Μάλιστα, ο Αδριανός επιχείρησε να ιδρύσει το Πανελλήνιον, δηλαδή μια περιφερειακή Βουλή που θα ένωνε όλες τις ημιαυτόνομες ελληνικές πόλεις, χωρίς όμως επιτυχία – όχι που θα ομονοούσαν οι Έλληνες! Σύμφωνα με την Χριστιανική αγιογραφία, επί των ημερών του σώφρονα αυτού αυτοκράτορα βασανίστηκε και παρέδωσε το πνεύμα ο Ευστάθιος μαζί με την γυναίκα του Θεοπίστη και τα παιδιά τους, τον Αγάπιο και τον Θεόπιστο. Εξ αυτού του λόγου ανακηρύχθηκαν άγιοι απαξάπαντες.

Το Καρπενήσι τιμά τον Άγιο Ευστάθιο, με ένα παρεκκλήσιο (της Αγίας Τριάδας) στο βόρειο άκρο του Τουρκόπλαγου -στη γειτονιά μου. Η σημερινή μορφή του ναΐσκου είναι η τρίτη κατά σειρά. Οι προχωρημένης ηλικίας Καρπενησιώτες θυμούνται έναν άλλο ναό σε ρυθμό βασιλικής. Οι της ηλικίας μου θυμούνται τα ερείπιά του, καθώς οι Γερμανοί Ναζί τον ανατίναξαν, όταν μέσα βρήκαν κάποια ιταλικά κράνη, που άφησαν Ιταλοί στρατιώτες, τους οποίους φιλοξενούσε η πόλη μας μετά τη συνθηκολόγηση της Ρώμης στο Β’΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτόν τον ναό ανήγειρε ο παπά-Αριστείδης Παπαγεωργίου με την οικονομική συνδρομή και την προσωπική εργασία όλων των γειτόνων.

Ο αρχικός ναός αναγέρθηκε από τον αγωνιστή του 21, αξιωματικό της Φάλαγγας του Όθωνα, κτηματία και επιχειρηματία Καραστάθη Μπαρλά. Ο εν λόγω αγόρασε την ευρύτερη έκταση όταν το κράτος έβγαλε σε δημοπρασία τις οθωμανικές περιουσίες. Μέσα σε αυτή την έκταση υπήρχε το οθωμανικό νεκροταφείο και ένα από τα δυο τζαμιά του Καρπενησίου. Ο Μπαρλάς κανονικά λεγόταν Ευστάθιος, αλλά επειδή ήταν σκουρόχρωμος πήρε το παρατσούκλι Καραστάθης, το οποίο οι απόγονοί του επέλεξαν ως επώνυμο. Στο σημείο, λοιπόν αυτό, ο Καραστάθης ανήγειρε τον ναΐσκο και τον αφιέρωσε στον Άγιο Ευστάθιο, που τον θεωρούσε προστάτη του.

Μόλις σουρούπωνε και τα κλαδιά από τις καρυδιές της περιοχής και την ευαγγελοδημαίικη αιωνόβια καστανιά, που λίγα χρόνια πριν μάς άφησε χρόνους, δημιουργούσαν ένα απόκοσμο περιβάλλον, στο μονοπάτι που ερχόταν από την Αγία Παρασκευή και πήγαινε στην Κοκκαλιάρα η διάβαση ήταν απαγορευμένη. Όχι γιατί κάποιος το έκλεινε και εμπόδιζε τη διέλευση. Ο φόβος ήταν εκείνος που λύγιζε τα γόνατα και αύξανε τους κτύπους της καρδιάς και κανείς δεν αποτολμούσε να πατήσει το πόδι του στο μονοπάτι. Οι διηγήσεις των μεγαλύτερων μπροστά στο τζάκι ότι τάχα μόλις βραδιάζει εκεί βγαίνουν φαντάσματα και αλλόκοτα πλάσματα και ακούγονται αναστεναγμοί και βογγητά πόνου ήταν τόσο παραστατικές που εμπόδιζαν το μυαλό να λειτουργήσει ορθολογικά. Άλλωστε, όλα αυτά τα παράξενα μπορεί να είχαν και κάποια βάση. Σε εκείνο το μέρος, προτού ο Καραστάθης κτίσει την εκκλησία, οι Οθωμανοί της πόλης είχαν το νεκροταφείο τους. Κάποιοι γείτονες μάλιστα έλεγαν ότι όταν έσκαβαν τα κήπια τους έβρισκαν ανθρώπινα οστά, αλλά μπορεί και να μην είναι αλήθεια. Αλήθεια πάντως ήταν ότι σε αυτό το Τουρκόπλαγο οι Οθωμανοί είχαν απλώσει ένα μεγάλο δίκτυο υδραυλικής εγκατάστασης με επισμαλτωμένους κεραμικούς σωλήνες, ένας τέτοιος ήρθε στο φως όταν ο μακαρίτης ο πατέρας μου έσκαψε στο στενό που οδηγεί από τη Μεγάλου Αλεξάνδρου στο σπίτι μας. Με αυτούς τους σωλήνες προφανώς έφερναν πόσιμο νερό από την Ιτιά, όπως και σήμερα. Αυτά όμως είναι πλέον πολύ παλιά. Έπρεπε να απασχολούν τους εντεταλμένους να «παίζουν» με τα πολυδάπανα κέντρα πολιτισμού, που τάχα προωθούν τον πολιτισμό και την ιστορία της περιοχής με δηθενιές και με ότι να ‘ναι, νομίζοντας ότι η ιστορία άρχισε να γράφεται από τη στιγμή που η παρέα τους βγήκε νικήτρια από τις κάλπες. Δεν θα ‘ταν προς θάνατον εάν δεν διαιωνίζονταν η παραχάραξη και οι φαντασιοπληξίες, ανθρώπων που φαντασιώνονται ένδοξα αρχαία βασίλεια με ηρωικούς βασιλιάδες και όμορφες πριγκίπισσες.

Ας τα αφήσουμε όμως αυτά, καθώς υπήρξαν νεότερες εξελίξεις, που όπως είπαμε επέδρασαν αρνητικά στην ιστορία της εκκλησίας και δικαιολογούν πέρα για πέρα τα θρυλούμενα για αναστεναγμούς και βογγητά πόνου που ακούγονται τη νύχτα και τα οποία ανάκατα με το θρόισμα των φύλλων δημιουργούσαν αυτό το απόκοσμο. Τον Ιανουάριο 1949 στα ύστερα του Εμφυλίου Πολέμου, από αυτό το σημείο εισέβαλλε ο κύριος όγκος των ανταρτών στο Καρπενήσι κάτω από σφοδρές ομοβροντίες πυροβόλων όπλων. Οι παλιοί γείτονες διηγούνται ότι τα γύρω στενά είχαν γεμίσει πτώματα νέων παιδιών, αγοριών και κοριτσιών σαν τα κρύα νερά που παρασύρθηκαν στη δίνη μια αδιέξοδης ουτοπίας. Εκεί, σε αυτά τα στενά τους έστειλαν σε ένα θανάσιμο ραντεβού, από εκεί τις επόμενες ημέρες περισυνέλλεξαν τις σορούς τους και χωρίς καν μια προσευχή, χωρίς καν ένα δάκρυ από τους δικούς τους ανθρώπους τις έθαψαν στον περίβολο του ναΐσκου, που ήδη ήταν ερείπια. Εκεί κατέφθαναν τα αμέσως μετέπειτα χρόνια μαυροφορεμένες μανάδες να αναγνωρίσουν τα αδικοχαμένα παιδιά τους σε αυτόν τον πόλεμο παραφρόνων και να μαζέψουν τα κόκκαλά τους. Όχι πολλά χρόνια αργότερα, ο ίδιος χώρος γέμιζε από παιδικές φωνές και γέλια, αφού ήταν τόπος παιγνιδιού για τα παιδιά της γειτονιάς –την ημέρα βέβαια, αφού όταν νύχτωνε δεν τολμούσαμε να ξεμυτίσουμε προς τα κει, για τους λόγους που ήδη έχουμε εξηγήσει.

Μόλις οι Οθωμανοί αποχώρησαν από το Καρπενήσι το 1828, πίσω έμειναν σωροί από ερείπια, επί των οποίων επέπεσαν οι φτωχοί ντόπιοι που άρχισαν να απαλλοτριώνουν τα οικοδομικά υλικά για να στεγάσουν τις οικογένειές τους, ενώ τα οικόπεδα που θεωρήθηκαν εθνικές γαίες βγήκαν σε δημοπρασία (λέμε τώρα!) για να τα διεκδικήσουν και να τα πάρουν όσοι είχαν χρήματα, ανάμεσα στους οποίους βεβαίως ήταν οι παλαιοί προύχοντες και στελέχη της Φάλαγγας. Τι ήταν αυτή η Φάλαγγα; Η κυβέρνηση του Όθωνα, με το 1835 συνέστησε τη ένα ένοπλο σώμα, τη λεγόμενη Βασιλική Φάλαγγα αγωνιστών, θέλοντας να ικανοποιήσει τους οπλαρχηγούς του 1821, οι οποίοι, ελλείψει γραμματικών γνώσεων δε μπορούσαν να καταταχθούν στον στρατό του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους. Επίσης, δεν μπορούσαν να κάνουν οποιαδήποτε δουλειά, καθώς επί πολλά χρόνια ήταν με ένα όπλο και ένα γιαταγάνι στο χέρι. Οι καταταχθέντες στη Φάλαγγα ήταν όλοι αξιωματικοί και έφεραν βαθμό από ανθυπολοχαγού μέχρι συνταγματάρχου, είχαν ιδιαίτερη στολή και προάγονταν όπως οι του ενεργού στρατού αξιωματικοί. Ήταν μεν αμόρφωτοι άνθρωποι, ωστόσο ήταν και έξυπνοι και δύναμη διέθεταν, προσόντα που οι περισσότεροι εκμεταλλεύτηκαν για να αυγατίσουν τις περιουσίες τους. Οι πιο ανήσυχοι μάλιστα αντάλλαξαν τη μισθοδοσία τους με κτήματα και οικόπεδα ως αμοιβή των υπηρεσιών τους προς την πατρίδα. Αυτή βέβαια ήταν η νόμιμη διαδικασία. Επειδή ο κόσμος μας δεν ήταν ποτέ αγγελικά πλασμένος, όταν οι τούρκικες οικογένειες έφυγαν, πολλοί ήταν αυτοί που καταπάτησαν τις ιδιοκτησίες τους και εγκαταστάθηκαν στα τούρκικα σπίτια ή έχτισαν στα οικόπεδα ή καλλιέργησαν τα κτήματα. Αυτή ήταν η πραγματικότητα σε όλη την Ελλάδα. Η Κυβέρνηση έχοντας γνώση της μεγάλης έκτασης αυτού του φαινομένου, αντιλαμβανόμενη ίσως και τις μεγάλες ανάγκες του πληθυσμού για στέγαση και τροφή, δεν τους έδιωξε. Με διάταγμα το 1838 τους αναγνώρισε την κτήση, εφόσον πλήρωναν το τίμημα, είτε εφάπαξ είτε σε δόσεις. Ένας από αυτούς που προτίμησε το δικαίωμα να λάβει προικοκτητικό γραμμάτιο και να λάβει μέρος στις δημοπρασίες ήταν ο Καραστάθης Μπαρλάς, ο κτήτορας δηλαδή του Αγίου Ευσταθίου.

Προσέξτε τώρα! Ο Καραστάθης απέκτησε τεράστια περιουσία και στο Καρπενήσι και στη Λαμία. Το 1845 μάλιστα δώρισε μεγάλα κομμάτια από αυτή την περιουσία (ακίνητα, αμπέλια, μύλο, πρόβατα και άλλα ζωντανά) στη γυναίκα του Δέσπω, σε ανταπόδοση της προίκας των 15.000 δραχμών που είχε λάβει. Μεταξύ των ακινήτων που της δώρισε ήταν η Εκκλησία, την οποίαν ανήγειρε στο παλαιό τζαμί , δηλαδή πλάι στο οθωμανικό νεκροταφείο, όπου βρίσκεται και σήμερα. Ετσι λοιπόν ο Άη Στάθης ήταν η μοναδική ιδιόκτητη εκκλησία στο Καρπενήσι στα χρόνια μετά την απελευθέρωση. Οι απόγονοι του Καραστάθη Μπαρλά, που υιοθέτησαν το παρεπώνυμό του ως επίθετο, το 1910 πούλησαν την περιουσία τους στο Καρπενήσι στην οικογένεια του παπα-Αριστείδη Παπαγεωργίου. Ο μεν γαμπρός του, Ευάγγελος Χονδρογιάννης κράτησε το κυρίως σπίτι του Καραστάθη που ήταν κάτω από την οδό Ζηνοπούλου, στο ύψος της οικίας Ζαχαρία Οικονομίδη, ο δε παπα-Αριστείδης Παπαγεωργίου, πήρε όλη την έκταση με το σπίτι (αγροικία) πάνω και κάτω από το δρόμο στον Άγιο Ευστάθιο. Μέσα σ’ αυτήν την έκταση ήταν και το παρεκκλήσι της οικογένειας, ο Άγιος Ευστάθιος.

Περί το 1936, με πρωτοβουλία του παπα-Αριστείδη Παπαγεωργίου και την οικονομική συνδρομή της καρπενησιώτικης οικογένειας Αποστολιά, καθώς και με τη συμπαράσταση όλων των γειτόνων που αγκάλιασαν την προσπάθεια, έγινε η ανοικοδόμηση μιας νέας εκκλησίας, μεγαλύτερης πλέον. Η εκκλησία αυτή ανατινάχτηκε, από τους Γερμανούς το 1944, όπως ήδη έχουμε πει. Επί πολλά χρόνια ήταν ερείπιο. Διασωζόταν μόνο το πλακόστρωτο δάπεδο και ελάχιστα χαμηλά μέρη της τοιχοποιίας. Και τα οικοδομικά υλικά της γκρεμισμένης εκκλησίας απαλλοτριώθηκαν από τους γείτονες, μετά την καταστροφή του Καρπενησίου κάτω από την πίεση να καλύψουν τις στεγαστικές ανάγκες τους φτιάχνοντας πρόχειρες παράγκες. Ενδεικτικό δείγμα μια τέτοιας παράγκας είναι η αποθήκη πλάι στο σπίτι μου, η στέγη της οποίας στηρίζεται σε ένα μεγάλο πολυκαιρισμένο πάτερο, το οποίο ο πατέρας μου μαζί με τον αδελφό Γιάννη, απαλλοτρίωσαν από τον Άη Στάθη. Αλλωστε περισσότερη ανάγκη το είχε η πολύτεκνη άστεγη οικογένεια των Ευαγγελοδημαίων από τον Άγιο. Η υπάρχουσα εκκλησία αναοικοδομήθηκε μετά το 1970 με πρωτοβουλία και οικονομική ενίσχυση των γειτόνων και έκτοτε λειτουργεί ως παρεκκλήσι της Αγίας Τραιάδας. Σήμερα παρατήρησα με χαρά ότι η εκκλησία αγιογραφείται.

Η γιορτή του Αγίου Ευσταθίου στις 20 Σεπτεμβρίου ήταν η δεύτερη γιορτή, μετά της Αγίας Παρασκευής, που οι γειτόνισσες βρίσκονταν επί ποδός. Με πεντακάθαρες και ασβεστωμένες αυλές περίμεναν όσους και όσες ανηφόριζαν στον Εσπερινό και στη Λειτουργία για ένα φρεσκοφτιαγμένο γλυκό του κουταλιού, ένα καφεδάκι και δροσερό νερό. Ντυμένες στην τρίχα θυμάμαι, ως εορτάζουσες, την Ειρήνη Παπαγεωργίου, την Κάκια Μπομποτσιάρη, τη Λενιώ Καγκαρά, την Πανάγιω Αγραφιώτη, την Κατερίνη Αντωνοπούλου και ασφαλώς τη μάνα μου Ελένη Ευαγγελοδήμου, όμορες γειτόνισσες του Άη-Στάθη.

ΥΓ: Για να επιστρέψουμε στον πρόλογο: Είναι δυνατόν αυτός ο φιλέλληνας, φιλόσοφος και ποιητής αυτοκράτορας Αδριανός να βασάνισε με τέτοιο φρικτό τρόπο τον Άγιο Ευστάθιο και την οικογένειά του, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας; Η απάντηση αναζητείται στην Ιστορία. Το πρωτοχριστιανικό κίνημα, λένε οι ιστορικοί, εξελήφθη για αρκετά χρόνια ως αίρεση του Ιουδαϊσμού. Το διάστημα 66-73 μ.Χ. διεξήχθη ο Πρώτος Ρωμαιο–Ιουδαϊκός πόλεμος που άφησε μεγάλες πληγές στην Αυτοκρατορία, ενώ ο Αδριανός βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δεύτερη εξέγερση των Ιουδαίων. Επομένως, με βάση αυτές τις επικρατούσες συνθήκες και με το γεγονός ότι οι Ιουδαίοι ήταν θανάσιμοι εχθροί των Ρωμαίων, το να αλλαξοπιστήσει ένας Ρωμαίος στρατιωτικός, επιλέγοντας τον Χριστιανισμό που στη Ρώμη θεωρείτο αίρεση του Ιουδαϊσμού, μάλλον ήταν έγκλημα καθοσιώσεως. ‘Οπως άλλωστε και σήμερα έτσι θα εκλαβανόταν από την εξουσία και κάποιους φονταμεναταλιστές όλων των θρησκειών.

Εν πάση περιπτώσει, ας μη λύσουμε εδώ ζητήματα θεολογικής φύσεως. «Όπως τα βρήκαμε…» έλεγε ο πατέρας μου. Γι’ αυτό καλλίτερα να μνημονεύουμε τους κτήτορες της εκκλησίας και τις γειτόνισσες του Αγίου, που δεν είχαν τέτοιους προβληματισμούς, αλλά με βαθύ σεβασμό συνόδευαν τους ψάλτες – γείτονας και ένας εξ αυτών, ο Φούλας Κουτσοθόδωρος!- στο απολυτίκιο την παραμονή και ανήμερα της γιορτής:

Ἀγρευθεῖς οὐρανόθεν πρὸς εὐσέβειαν ἔνδοξε,
τὴ τοῦ σοὶ ὀφθέντος δυνάμει, δι’ ἐλάφου, Εὐστάθιε,
ποικίλους καθυπέστης πειρασμούς,
καὶ ἤστραψας ἐν ἄθλοις ἱεροίς,
σὺν τὴ θεία σου συμβίω καὶ τοὶς υἱοίς,
φαιδρύνων τοὺς βοώντας σοι.
Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ,
δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ δείξαντι σὲ ἐν παντί, Ἰὼβ παμμάκαρ δεύτερον.
ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΑΘΛΗΤΙΚΑ