“Πώς σταματάμε τον χρόνο…”. Ο Διονύσης Παρούτσας και οι μνήμες από το παλιό Καρπενήσι, από την έντυπη

Πρώτη βδομάδα του νέου έτους. Εποχή για ανασύνταξη, επανεξέταση των προτεραιοτήτων, θέση νέων στόχων, ανασκόπηση των επιτευγμάτων… Είτε το θέλουμε είτε όχι, τέτοιες μέρες σκεφτόμαστε το πέρασμα του χρόνου, αυτού του πανδαμάτορος «εχθρού» που μας αφαιρεί μέρες, μας προσθέτει χρόνια και πολλαπλασιάζει τις έννοιες μας.

Με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μάλιστα να είναι τόσο μουντή και δύσθυμη λόγω κορονοϊού, η αισιοδοξία και η ελπίδα μοιάζουν να  έχουν κρυφτεί στο καβούκι τους και να μην τολμούν να ξεμυτίσουν. Όποιον και να ρωτήσεις καταλήγει σε αποφθέγματα του τύπου «δεν θα μείνει κανένα μαγαζί ανοιχτό», «αλίμονο στα παιδιά μας», «ακόμα και με το εμβόλιο δεν θα γίνουν ποτέ τα πράγματα όπως ήταν», «η τηλεργασία θα καταστρέψει τις ανθρώπινες σχέσεις και θα κάνει τους εργαζόμενους σκλάβους».

Η αλήθεια είναι ότι αυτού του είδους τη στάση δεν μπορείς να την αντιπαλέψεις εύκολα. Κι αυτό γιατί όταν οι ειδήσεις καθημερινά μετρούν θανάτους και διασωληνώσεις, το μυαλό μας μαθαίνει να επεξεργάζεται μόνο αυτά και δεν μπορεί, παρά να προβάλλει στο μέλλον μόνο παρόμοια γεγονότα. Χρειάζεται μεγάλη υπέρβαση για να αποτοξινωθεί κανείς από την… υπερβολική δόση της πραγματικότητας.

Ή για να το πούμε κι αλλιώς, χρειάζεται ένα άλλο όχημα για να δραπετεύσει το μυαλό. Ένα τέτοιο όχημα είναι η σελίδα που δημιούργησαν στο φέις μπουκ, δυο συμπατριώτες μας, ο Γιάννης Αθανασίου και ο Γιάννης Δημητρίου, με τίτλο «Μνήμες Καρπενησίου και φωτογραφίες του χθες». Η ομάδα έχει μαζέψει ήδη 1500 μέλη, και μέρα με τη μέρα το υλικό που ανεβαίνει είναι θαυμάσιο. Ασπρόμαυρες ψηφίδες ενός παρελθόντος που έχει παραδοθεί ήδη στην λήθη, οι οποίες το ανασυνθέτουν, το επικαιροποιούν και το ερμηνεύουν. Βλέπει κανείς χαμόγελα αποτυπωμένα στο χαρτί, παιδικές ηλικίες που παρήλθαν ανεπιστρεπτί, ωριμότητες που έσβησαν, μηχανικοί, εργάτες, γέφυρες, σπίτια, γιορτές, γλέντια, χοροί, αγγίγματα σε χέρια, αγγίγματα σε ώμους, ψήγματα μιας φευγαλέας ζωής που σε κάνουν σε πρώτη φάση να μελαγχολείς. 

Προτού όμως η μελαγχολία γίνει θλίψη, η ματιά πέφτει στο υπόβαθρο, στο σκηνικό. Κι εκεί βρίσκεται πάντα το Βελούχι, ο Κώνισκος, η Ποταμιά, το Κεφαλόβρυσο. Σημεία αμετάβλητα που φαίνεται πως έχουν τη δύναμη να σταματούν τη ροή του χρόνου.  Ένα ζουμ στην κορυφογραμμή, και οι εικόνες χάνουν τη χρονική τους αναφορά. Δεν ξέρεις αν η φωτογραφία τραβήχτηκε στα 1880, στα 1900, στα 1950, στα 1970 ή φέτος. Ο τόπος παραμένει αναλλοίωτος, αιώνιος, εσαεί. Μικρά γδαρσίματα στην επιφάνεια της γης, τα σπίτια, οι δρόμοι, οι ανθρώπινες παρεμβάσεις. 

Κι όταν «ξεζουμάρεις», τότε αποκτούν άλλη αξία τα χαμόγελα και οι αγκαλιές. Ενσωματώνονται στο τοπίο κι έχουν άλλο νόημα, γίνονται κι αυτά μέρος του, διαστέλλουν την ύπαρξή τους και ξεπερνούν το εφήμερο. 

Για την επιστήμη της ψυχολογίας, ο χρόνος ούτως ή άλλως δεν είναι αντικειμενικός. Είναι κατ’ εξοχήν υποκειμενικός. Μια μέρα δεν διαρκεί 24 ώρες για όλους. Όταν καθόμαστε άπραγοι σε έναν καναπέ, όταν βαριόμαστε και δεν κινούμαστε η ώρα περνάει απελπιστικά αργά. Μπορεί να είναι δέκα και μετά από έναν αιώνα είναι ακόμα έντεκα. Αντίθετα, όταν το βράδυ αναλογιζόμαστε μια τέτοια άδεια μέρα, αναρωτιόμαστε πώς πέρασε τόσο γρήγορα, πώς χάθηκε τόσος χρόνος. 

Αντίστοιχα, όταν τρέχουμε να προλάβουμε ένα εκατομμύριο πράγματα, τότε ο χρόνος κυλάει απίστευτα γρήγορα, έχουμε την αίσθηση ότι δεν μας αρκούν τα λεπτά της ώρας. Κι όταν το βράδυ αναλογιζόμαστε την μέρα, θεωρούμε ότι ήταν τόσο μεγάλη, τόσο γεμάτη, τόσο κουραστική – αλλά σίγουρα τόσο ανταποδοτική.

Το ίδιο συμβαίνει όταν γεμίζουμε τις ώρες μας με συναισθήματα και μάλιστα θετικά. Πόσο ευχάριστα και γρήγορα περνάει ο χρόνος όταν αναπολούμε τη μορφή κάποιου αγαπημένου που βρίσκεται μακριά ή όταν αναθυμόμαστε τις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Και πόσο βασανιστικά αργά, όταν επικεντρωνόμαστε σε αναμνήσεις δύσκολες, πικρές και άχρωμες. 

Είναι αλήθεια πως η σημερινή πραγματικότητα είναι δύσκολη. Στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της ομάδας του φέις μπουκ όμως, τα παιδάκια είναι ξυπόλητα, τα ρούχα τους είναι τριμμένα, μάλλινα, ακαλαίσθητα. Περιμένουν στις ουρές για συσσίτιο, στέκονται κοντοκουρεμένα μπροστά σε γκρεμισμένα σχολεία, παγωμένα από χιονιάδες δίπλα σε αυστηρούς δασκάλους. Κι όμως: δεν κλαίνε δεν μεμψιμοιρούν, δεν απελπίζονται. Ατενίζουν το μέλλον, βλέπουν μέσα από τον φακό της μηχανής εμάς, ενήλικα πλέον δισέγγονά τους και χαμογελούν! Κι όταν το κάνουν αυτό, απεκδύονται το χωμάτινο σαρκίο τους και ενοποιούνται με το αιώνιο περιβάλλον, γίνονται κρίκος της αέναης αλυσίδας που συνδέει το τότε με το σήμερα. 

Είναι, λοιπόν, κι ο χρόνος μια από τις αντιφατικές εκείνες έννοιες που διέπουν τη ζωή μας και είναι τόσο πανταχού παρών που δεν αντιλαμβανόμαστε καν την αντιφατικότητα αυτή. Είναι σαν την προσφορά: Το να δίνεις είναι το μυστικό για να παίρνεις. Όταν μοιράζεσαι τη σοφία σου, την αγάπη σου, τα ταλέντα σου, παίρνεις πάντα ως αντίδωρο την αναγνώριση και την αποδοχή. Μοιράσου ελεύθερα και θα εκπλαγείς από το πόση ομορφιά θα επιστρέψει στη ζωή σου.

Κι αυτό μας φέρνει σε μια κλασική αναφορά στον Μπουσκάλια, που δείχνει ακριβώς αυτή τη δισημία των πραγμάτων, συνδέει το σήμερα με το πάντα, τη μαυρίλα με το χρώμα και την προσφορά με την απολαβή:

«Η αγάπη προσφέρεται πάντα ως δώρο, και χωρίς να περιμένουμε ανταπόδοση. Προσφέρεται έστω κι αν ο άλλος δεν την εκτιμά. Δεν αγαπάμε για να μας αγαπήσουν. Αγαπάμε γιατί έτσι αισθανόμαστε».

Κι έτσι, η ζωή μας πλουτίζεται και μακραίνει. Καλή χρονιά σε όλους.

(H φωτογραφία αναρτήθηκε στην ομάδα “Μνήμες Καρπενησίου και φωτογραφίες του χθες” από τον Μάριο Αποστόλου)

Τοπικές ειδήσεις
Επικαιρότητα
Αθλητικά