21 Μαΐου 2024

ΜΕΝΟΥ

Τι πιστεύουν, Ευρυτάνες και επισκέπτες για τα μουσεία του νομού; Ποιο το πιο δημοφιλές & ποιο αφήνει τις καλύτερες εντυπώσεις;

ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ. Επισκέπτες στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Κορυσχάδων

δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση

Ενδιαφέροντα είναι τα στοιχεία για τη σχέση κατοίκων και επισκεπτών της Ευρυτανίας με τους μουσειακούς χώρους που λειτουργούν σε Καρπενήσι και χωριά. Λίγοι θεωρούν τα μουσεία μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης, αλλά 7 στους 10 κρίνουν ως απαραίτητο να δημιουργηθούν… και άλλα.

Στην έντυπη έκδοση των Ευρυτανικών Νέων (αρ. φύλλου 943 / 17-3-21) φιλοξενήθηκε μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια εκπόνησης μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας της Λεωνής Π. Θανασούλα* με θέμα τα μουσεία της Ευρυτανίας και τη σχέση-αλληλεπίδραση κατοίκων και επισκεπτών του τόπου με τους μουσειακούς χώρους. Στόχος είναι «…τα αποτελέσματα να αναδείξουν καίριες παραμέτρους και στοιχεία, ώστε να αποτελέσουν είτε αφετηρία σχεδιασμού μίας ενιαίας πολιτιστικής πολιτικής, είτε αφορμή βελτίωσης και αναδιοργάνωσης των επιμέρους μουσείων», σημειώνει η συγγραφέας.

Η Λεωνή Π. Θανασούλα, αναφέρει αναλυτικά τα εξής:

Ο μουσειακός πλούτος και πολιτισμός του νομού Ευρυτανίας αδιαμφισβήτητα αποτελεί ανεξερεύνητο εργαλείο ανάπτυξης, και η επιλογή να γίνει επίκεντρο μίας ευρύτερης πολιτικής μοιάζει περισσότερο από απαραίτητη. Οι χώροι πολιτισμού σε εποχές αναζήτησης χρηματοδοτικών πηγών για τη δυνατότητα διατήρησης και ανάπτυξής τους, αναγνωρίζουν πρώτιστα την ανάγκη του εσωτερικού ελέγχου και της ανασυγκρότησης εκ των έσω, πριν καταλήξουν στην εξωστρέφεια και τις συνεργασίες. Στα πλαίσια αυτά το μουσειακό κεφάλαιο του νομού Ευρυτανίας οφείλει να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί στο σύνολό του και όχι αποσπασματικά. Προς αυτή την κατεύθυνση εκπονήθηκε έρευνα1 με σκοπό τη διερεύνηση και αποτύπωση των αντιλήψεων των κατοίκων του νομού, των καταγομένων και των επισκεπτών του σχετικά με τους χώρους όπου εκτίθεται μέρος της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Σκοπός είναι τα αποτελέσματα να αναδείξουν καίριες παραμέτρους και στοιχεία, ώστε να αποτελέσουν είτε αφετηρία σχεδιασμού μίας ενιαίας πολιτιστικής πολιτικής, είτε αφορμή βελτίωσης και αναδιοργάνωσης των επιμέρους μουσείων.

Η περίπτωση της Ευρυτανίας παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους εξής λόγους: α) ο νομός δεν περιλαμβάνεται στα επίσημα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που αφορούν στην επισκεψιμότητα και στα έσοδα των μουσείων β) δεν έχει αρχαιολογικό μουσείο γ) είναι αμιγώς ορεινός δ) αν και αποτελεί δημοφιλή τουριστικό προορισμό (φυσιολατρικού και θρησκευτικού ενδιαφέροντος) έχει φθίνοντα και γηράσκοντα πληθυσμό.

Ο νομός διατηρεί τη μοναδικότητα στη χώρα να μην εμφανίζεται στις επίσημες καταγραφές της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας όσον αφορά στην επισκεψιμότητα των μουσείων. Ένας κύριος λόγος για την ιδιαιτερότητα αυτή είναι η έλλειψη αρχαιολογικού μουσείου. Το μοναδικό αναγνωρισμένο μουσείο από το Υπουργείο Πολιτισμού είναι το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Κορυσχάδων, το οποίο έχει τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα, πάραυτα δεν τοποθετεί την Ευρυτανία στις επίσημες στατιστικές.

Κατά τη μεταπολεμική περίοδο ανασυγκρότησης, η κρατική μέριμνα έδωσε έμφαση στη δημιουργία υποδομών για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας χωρίς να περιλαμβάνει τον πολιτισμό αυτόνομα όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. Καθώς ο τουρισμός αξιολογήθηκε ως μείζων οικονομικός πόρος αναστηλώθηκαν μνημεία και οργανώθηκαν αρχαιολογικοί χώροι, ενώ παράλληλα κατασκευάσθηκαν πολλά αρχαιολογικά μουσεία, μικρότερα ή μεγαλύτερα. Συγκυριακά, η Ευρυτανία εξαιρέθηκε από αυτή την πολιτική. Μία καίρια παράμετρος για την ίδρυση αρχαιολογικού μουσείου στην περιφέρεια ήταν η εύρεση σημαντικών αρχαιολογικών συνόλων και μία δεύτερη η πίεση των τοπικών αρχών, παράγοντες οι οποίοι δεν λειτούργησαν σε συνδυασμό και αποτελεσματικά.

Το χρονικό χάσμα των δύο πρώτων νόμιμων ανασκαφών στον νομό, η πρώτη μετά την τυχαία αποκάλυψη πρωτοβυζαντινού ψηφιδωτού δαπέδου στο χωριό Κλαυσί το 1956 και η δεύτερη το 1989 στο Καστράκι Τοπολιάνων είναι ενδεικτικό των δυνατοτήτων ως προς αυτή την κατεύθυνση παρά το συμπέρασμα ομάδας ερευνητών από τα πανεπιστήμια της Ουτρέχτης και του Λέυντεν που δραστηριοποιήθηκαν στην περιοχή για αρκετά χρόνια μετά το 1986. Σύμφωνα με την έκθεσή τους: «…ο πλούτος των πληροφοριών που συγκεντρώσαμε μας πείθει ότι ο Νομός Ευρυτανίας είναι πράγματι μία καρποφόρα περιοχή για ιστορική – τοπογραφική έρευνα». Οι περισσότεροι δε από τους εντοπισμένους αρχαιολογικούς χώρους είναι ακήρυχτοι, ενώ η έλλειψη πόρων είναι από τους παράγοντες  που δρουν ανασταλτικά για  την ανάληψη των απαραιτήτων εργασιών.

Στον νομό καταγράφηκαν είκοσι επτά χώροι με μουσειακή λειτουργία. Όσον αφορά στο περιεχόμενο των μουσείων και συλλογών δύο από αυτά αποτελούν μνημεία της Εθνικής Αντίστασης και έχουν μετατραπεί σε μουσεία, (Κορυσχάδες, Βίνιανη), τρία είναι ιστορικά-λαογραφικά μουσειολογικά επιμελημένα (Μεγάλου/Μικρού Χωριού, Δομνίστας), ενώ την πλειονότητα αποτελούν οι λαογραφικές συλλογές συλλόγων χωρίς μουσειολογική επιμέλεια και τεκμηρίωση. Πέντε σκευοφυλάκια μονών εκθέτουν εκκλησιαστικά κειμήλια, κειμήλια της Επανάστασης, αλλά και έργα τέχνης. Αναφέρεται ιστορική βιβλιοθήκη και ιστορικό αρχείο (Αγαθίδειος, Καφαντάρειο), ενώ ένα σχολείο έχει διατηρηθεί όπως όταν λειτουργούσε (Μουσείο Εκπαίδευσης) και αποτελεί ένα ενιαίο έκθεμα. Ένα νεοσυσταθέν μουσείο έχει ειδική θεματική (Μουσείο Βουνού) που σχετίζεται με τον ορεινό χαρακτήρα της περιοχής. Το επίσης νεοσυσταθέν Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού Ευρυτανίας (ΚΙΠΕ) έχει σχεδιασθεί βασισμένο στη μη ύπαρξη συλλογής και παρουσιάζει περιόδους και θεματικές της ιστορίας του νομού μέσα από ρέπλικες αρχαιολογικών ευρημάτων, οπτική αφήγηση (κείμενο, εικόνες), τεχνολογικές εφαρμογές επαύξησης της εμπειρίας και εικονικής πραγματικότητας.

Το Κέντρο Ιστορίας Πολιτισμού Ευρυτανίας, στο Καρπενήσι

Τα υπόλοιπα μουσεία ή συλλογές χωρίζονται σε εκείνα που ανήκουν στη δικαιοδοσία των Δήμων και σε αυτά που ανήκουν αποκλειστικά σε συλλόγους. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση λειτουργούν περιστασιακά με εθελοντές κυρίως το καλοκαίρι. Σημαντική επίδραση στην εξέλιξη των μουσειακών χώρων στην Ευρυτανία είχε η επιβολή του νόμου 3852/2010 ή «Πρόγραμμα Καλλικράτης», όπως είναι ευρύτερα γνωστός, ο οποίος προέβλεπε συγχώνευση των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου σε ένα ενιαίο. Η συμμόρφωση με αυτή την επιταγή σε συνδυασμό με τις μνημονιακές συνθήκες με τις οποίες συνέπεσε είχε ως αποτέλεσμα τα μουσεία-συλλογές να μείνουν χωρίς τη θεσμική εκπροσώπηση και ουσιαστική διαχείριση των συμβουλίων τους, όπου ο όγκος διαχείρισης και οικονομικής στήριξης μετατίθετο στον Δήμο. Το άρθρο 103 του ίδιου νόμου έδινε την επιλογή της διατήρησης του αυτόνομου νομικού προσώπου στα δημοτικά συμβούλια, στοιχείο που αξιοποίησε μόνο το «Πνευματικό Ίδρυμα Καφαντάρη» και λειτουργεί με μεγαλύτερη αυτονομία και επισκεψιμότητα. Αντιθέτως, ως παράδειγμα, το Μικρό Μουσείο της Εκπαίδευσης Βουτύρου μετά τη συγχώνευσή του στην αρμόδια εταιρεία διαχείρισης πολιτισμού του Δήμου Καρπενησίου (ΕΚΕΠΠΠΑΔΗΚ) έπαψε να λειτουργεί όπως και ο ιστότοπός του. Το ίδιο συνέβη και με το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στη Βίνιανη. Επίσης, στον νομό είναι αισθητή η παντελής έλλειψη πινακοθήκης ή μουσείου Τεχνών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πλειονότητά τους δεν πληρούν σύγχρονες επικοινωνιακές προϋποθέσεις όπως είναι ένας ιστότοπος, παρά ελάχιστα, δεν έχουν στοιχειώδη διαδικτυακή παρουσία όπως επίσημη συμμετοχή στα κοινωνικά δίκτυα, αρκετά παρουσιάζονται σε διαδικτυακούς τουριστικούς οδηγούς (τοπικούς ως επί το πλείστον με πρωτοβουλίες ιδιωτών) ενώ ελάχιστα περιλαμβάνουν οι ιστοσελίδες των δύο Δήμων2. Στον ιστότοπο της αντίστοιχης Περιφέρειας δεν υπάρχει σύνδεσμος για τα μουσεία και αξιοθέατα εν γένει.

Στο Μουσείο του Μεγ. Χωριού

Στο ιδιόμορφο αυτό τοπίο, το βασικό ζητούμενο ήταν ποια η σχέση των κατοίκων και των επισκεπτών με τους μουσειακούς χώρους, ποιες οι προσδοκίες και οι δυνατότητες. Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν πολύ ενθαρρυντικά. Ενδεικτικά:

– Σε υψηλό ποσοστό των κατοίκων αρέσουν τα μουσεία (72%).

– Οι περισσότεροι επισκέπτονται μουσεία μερικές φορές (44%).

– Το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Κορυσχάδων είναι το πιο δημοφιλές, με το 83% του δείγματος των μονίμων κατοίκων να το γνωρίζει και το 62% να το έχει επισκεφθεί (Λαογραφικό Μουσείο Μεγάλου Χωριού 63% και 54%, ΚΙΠΕ 59% και 35%, Μουσείο Βουνού 46%, 24% αντιστοίχως).

– Πιο ικανοποιημένοι φεύγουν από το Μουσείο του Μεγάλου Χωριού (41%) και των Κορυσχάδων (37%).

– Η γνώση της Ιστορίας είναι ο λόγος που θα σύστηναν ένα μουσείο (27%).

– Το 92% συμφωνεί ότι τα μουσεία συμβάλλουν στην ανάπτυξη, κυρίως πολιτισμικά (66%) και ως τελευταία εκτίμηση, οικονομικά (25%).

– Το 69% θεωρεί ότι χρειάζονται νέα μουσεία.

– Το 64% δεν γνωρίζει για την δημιουργία δύο μουσείων υπό κατασκευή στον νομό.

– Το 71% θεωρεί ότι τα δύο νέα μουσεία θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη της περιοχής πολιτισμικά (59%) και ως τελευταία εκτίμηση, οικονομικά (25%).

– Οι περισσότεροι (38%) είναι λίγο ικανοποιημένοι από την πολιτιστική ζωή στην Ευρυτανία.

– Το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Κορυσχάδων  είναι βασικός προορισμός των επισκεπτών (71% το γνωρίζουν και 49% το έχουν επισκεφθεί) και στη συνέχεια το Λαογραφικό Μουσείο Μεγάλου Χωριού (68%, 44%).

– Το Μουσείο του Μεγάλου Χωριού (32%), το ΚΙΠΕ (31%), με τρίτο το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης των Κορυσχάδων (29%) είναι τα μουσεία που αφήνουν περισσότερο ικανοποιημένους τους επισκέπτες.

Στο Μουσείο Βουνού Καρπενησίου

Αξίζει να σταθεί κανείς στην σαφή προτίμηση των πολιτών για τα μουσεία, την θετική άποψή τους για τον ρόλο των μουσείων στην πολιτισμική ανάπτυξη ενός τόπου, αλλά και το χαμηλό ποσοστό για την άποψη ότι τα μουσεία συμβάλλουν στην οικονομία ενός τόπου. Είναι ένα στοιχείο που πρέπει να αξιοποιηθεί αλλά και να μεταβληθεί η άποψη αυτή, καθώς τα επιτυχημένα μουσεία είναι οικονομικοί μετασχηματιστές μίας κοινότητας. Παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι θεωρούν ότι χρειάζονται νέα μουσεία στην  Ευρυτανία δεν είναι ενήμεροι για τη δημιουργία δύο νέων μουσείων που βρίσκονται στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσης, το Μουσείο της Δημοκρατίας και το Κειμηλαρχείο Φουρνάς.

Το πρώτο, με αφορμή την προσωπικότητα ενός δημοκράτη πολιτικού με καταγωγή από τον νομό, γίνεται θεματικό μουσείο μίας αξίας και μέρους της σύγχρονης πολιτικής ζωής της χώρας. Έχει πολλές δυνατότητες ανάπτυξης (μορφωτικής, οικονομικής, πληθυσμιακής) και ενδυνάμωσης του τοπικού πληθυσμού και προσέλκυσης ποικίλου και ειδικού τουρισμού. Το δεύτερο, χτίζεται για να στεγάσει μία από τις σημαντικότερες συλλογές κειμήλιων του νομού, εικόνες και εκκλησιαστικά κειμήλια που σχετίζονται με τον σημαντικό ζωγράφο και συγγραφέα του βασικού εγχειριδίου της βυζαντινής τέχνης Διονύσιου εκ Φουρνά, επίσης μουσείο με πλείστες δυνατότητες ανάπτυξης για την περιοχή. Ήδη από αυτό το στάδιο, η ενημέρωση και εμπλοκή του κοινού θα ωφελούσε τον πληθυσμό σε πολλά επίπεδα και θα πρόσθετε αξία στις μοναδικές επενδύσεις οι οποίες γίνονται στον νομό αυτή την περίοδο.

Παρά τη στήριξη της αυτοδιοίκησης σε καινούρια μουσεία όπως της Δομνίστας (2017) μέσω χρηματοδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση τα μουσεία είναι στην πραγματικότητα κλειστά. Στο ίδιο πλαίσιο στήριξης των τοπικών μουσείων στις μικρές κοινότητες μεταφέρθηκε η συλλογή της οικογένειας Κωνσταντίνου Τσάτσου από αίθουσα στο συνεδριακό Κέντρο Καρπενησίου στο Λαογραφικό Μουσείο της Αγίας Τριάδας όπου έχει ελάχιστη επισκεψιμότητα και αξιοποίηση. Σαφώς δεν έχει έως τώρα υπάρξει οργανωμένη πολιτική για τα μουσεία της περιοχής ή την πολιτιστική κληρονομιά πιο γενικά3. Το ίδιο ισχύει και για τα σκευοφυλάκια όπου η Εκκλησία έχει διαφυλάξει και εκθέτει πολιτιστικούς θησαυρούς, χωρίς όμως ιδιαίτερη μέριμνα και προβολή.

Στο Καφαντάρειο της Αν. Φραγκίστας δ. Αγράφων

Μία νέα εποχή και κατεύθυνση υποδεικνύουν τα δύο νέα μουσεία του Καρπενησίου το ΚΙΠΕ (Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος) και το Μουσείο Βουνού (Δήμος Καρπενησίου). Το πρώτο περιλαμβάνει μία συλλογή με αντίγραφα αρχαιολογικών ευρημάτων της περιοχής σε μία προσπάθεια αναπλήρωσης του κενού του αρχαιολογικού μουσείου, και έχει αναπτύξει στοιχειώδεις δράσεις σύνδεσης των περισσοτέρων μουσειακών και πολιτιστικών χώρων στην Ευρυτανία, ενώ σύμφωνα με την έρευνα κοινού έχει υψηλή επισκεψιμότητα ανάλογη με πιο εδραιωμένα μουσεία της περιοχής. Είναι αξιοσημείωτη η ποσοστιαία διαφορά μεταξύ της προτίμησης των συμμετεχόντων για τα μουσεία (<70%), η συχνότητα των επισκέψεων και της επισκεψιμότητας του Μουσείου Βουνού, το οποίο αποτελεί επένδυση στα πλαίσια ενός στοιχειώδους μάρκετινγκ της πόλης από τον Δήμο λίγα χρόνια πριν. Το γεγονός ότι λίγοι επισκέπτες και μόνιμοι κάτοικοι το γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι το έχουν επισκεφθεί, οφείλει να αξιολογηθεί από τους διαχειριστές του μουσείου.

Στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της Π. Βίνιανης

Η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί την πρώτη απόπειρα σκιαγράφησης μέρους του πολιτιστικού τοπίου στον νομό και απαρχής ενός πολιτιστικού σχεδιασμού «από κάτω προς τα πάνω» (bottom-up), καθώς δεν προέρχεται από τους διοικητικούς φορείς, αλλά από μία ερευνήτρια.

Τα μουσεία της Ευρυτανίας για να επιβιώσουν οφείλουν να γίνουν και πάλι ορατά, τόσο από την πολιτεία όσο και από τους πολίτες. Με πρωτοβουλία των τοπικών αρχών είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθεί ένας συμμετοχικός σχεδιασμός δύο ταχυτήτων, σε βάθος δεκαετίας και εικοσαετίας και να υιοθετηθούν πολιτικές οι οποίες όχι μόνο μέσω των μουσείων θα προσθέτουν στην εμπειρία των εποχιακών επισκεπτών, αλλά όπου ο κάθε επισκέπτης θα μπορεί να βρει μουσεία και πολιτιστικά ιδρύματα ικανά να εγείρουν το ενδιαφέρον του και να ικανοποιήσουν την επιθυμία του για μάθηση, ψυχαγωγία και σύνδεση με τον τοπικό πολιτισμό.

*Η Λεωνή Π. Θανασούλα είναι Ιστορικός-Πρόεδρος του Ελληνικού Σχολείου Προυσού

1. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια εκπόνησης μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας της συγγραφέως στην ειδίκευση της Μουσειολογίας του ΠΜΣ «Πολιτισμική Πληροφορική και Επικοινωνία», του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας  του Πανεπιστημίου Αιγαίου, κατά τη διάρκεια του Αυγούστου 2020 σε όλη την Ευρυτανία.

2. Η εργασία εκπονήθηκε λίγες ημέρες πριν την ανάρτηση του ιστότοπου του Δήμου Καρπενησίου για τα μουσεία.

3. Το 2014 υπήρξε πρόθεση του Δήμου Καρπενησίου να δημιουργήσει το «Δίκτυο Μουσείων» της περιοχής, όμως δεν έχει υλοποιηθεί.

ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΑΘΛΗΤΙΚΑ