Μια ξεχωριστή διάκριση, με ξεκάθαρο κοινωνικό αποτύπωμα, έρχεται να προστεθεί στην ελληνική γαστρονομική σκηνή, καθώς ο Ιάκωβος Απέργης, με καταγωγή από την Ευρυτανία, ανακηρύχθηκε στην Ισπανία «Ευρωπαίος Σεφ 2025» (Europe Chef of the Year) από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Οινοποιών και Γαστρονομίας (CEUCO). Ο 52χρονος είναι σεφ στο Τζάνειο και στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας πέρασε ανέμελα παιδικά χρόνια.
Η βράβευση, όπως προκύπτει από δικά τα λόγια στα «Ευρυτανικά Νέα», δεν συνδέεται με μια κλασική πορεία «σεφ εστιατορίου» ή με την αναγνωρισιμότητα της υψηλής γαστρονομίας, αλλά με μια πολυετή, σταθερή προσπάθεια να αλλάξει η αντίληψη και η πραγματικότητα γύρω από το νοσοκομειακό φαγητό, εκεί όπου υπηρετεί μέχρι σήμερα, στις κουζίνες του Τζάνειου Νοσοκομείου Πειραιά. «Αποδείξαμε ότι το φαγητό δεν είναι μόνο για τα εστιατόρια, για τα ξενοδοχεία, αλλά για όλους τους ανθρώπους, όποιοι κι αν είναι», σημειώνει, δίνοντας το στίγμα μιας βράβευσης που αναγνωρίζει μια «μαγειρική ευθύνης».

Η στοχευμένη, οργανωμένη προσπάθεια για το νοσοκομειακό φαγητό ξεκίνησε το 2014. Τότε, όπως αναφέρει, έγινε πιο γνωστός «για την προσπάθειά μου να αλλάξω το νοσοκομιακό φαγητό», μια προσπάθεια που γεννήθηκε από βιώματα, απώλεια και προσωπική τριβή με το σύστημα. Η απώλεια της μητέρας του και η εμπειρία του ως συνοδός ασθενούς τον έφεραν, όπως λέει, αντιμέτωπο με εικόνες που τον σημάδεψαν, με φαγητό που επέστρεφε αδοκίμαστο, με σπατάλη και με την αποδοχή μιας κατάστασης σαν να είναι φυσιολογική. Σε ένα περιβάλλον όπου ο ασθενής παλεύει ήδη με την αγωνία, τον πόνο ή την αβεβαιότητα, ο Ιάκωβος Απέργης επέμεινε στην ιδέα ότι το φαγητό δεν είναι απλώς μια τυπική διαδικασία, αλλά μέρος της φροντίδας, της αξιοπρέπειας και της ψυχολογικής στήριξης.

Σε αυτή τη φιλοσοφία στηρίζει και την καθημερινή του δουλειά στο Τζάνειο. Όπως τονίζει, οι ανάγκες των ασθενών δεν είναι ίδιες και το νοσοκομειακό φαγητό χρειάζεται αγάπη, προσοχή και εξατομίκευση· άλλες απαιτήσεις έχει ο καρδιοπαθής, άλλες ο διαβητικός, άλλες ένα παιδί, άλλες ένας ογκολογικός ασθενής, ενώ υπάρχει και το κρίσιμο στοιχείο της διάθεσης, εκείνης της ψυχικής κόπωσης που συχνά «κλείνει» την όρεξη. Μέσα από μικρές αλλά ουσιαστικές αλλαγές, επιμονή και ενσυναίσθηση, προσπαθεί να δώσει κάτι περισσότερο από θερμίδες, μια αίσθηση κανονικότητας και μια ανάμνηση «σπιτικού» φαγητού, αφού, όπως λέει, ένα πιάτο μπορεί να σε «ταξιδέψει» νοητά στο σπίτι σου, έστω και για είκοσι λεπτά.
Το έργο αυτό, όπως εξηγεί, δεν ήταν μια προσπάθεια που στηρίχθηκε σε κινήσεις εντυπωσιασμού, αλλά σε καθημερινή παρουσία και σε μια συνειδητή επιλογή μέσα στο επάγγελμα. Μάλιστα, δεν κρύβει ότι κατά καιρούς αντιμετώπισε το στερεότυπο του «νοσοκομειακού μάγειρα», σαν να επρόκειτο για… επαγγελματική αποτυχία. Για τον ίδιο, η μαγειρική στο νοσοκομείο είναι ισότιμη με κάθε άλλη μαγειρική, γιατί απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν επέλεξαν να βρίσκονται εκεί και δεν πρέπει, πέρα από όλα τα άλλα, να βασανίζονται και με το τι θα φάνε.

Παράλληλα με τη δουλειά του στο Τζάνειο, ο Απέργης έχει αναπτύξει έντονη κοινωνική και εθελοντική δράση, προσφέροντας τις γνώσεις και την εμπειρία του σε δεκάδες ιδρύματα σε όλη τη χώρα. Συμμετέχει ενεργά σε προσπάθειες βελτίωσης της ποιότητας του φαγητού σε δομές φροντίδας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κατάλληλων μενού και στην καταγραφή αναγκών και ελλείψεων, με γνώμονα την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια των φιλοξενούμενων.
Αξίζει να σημειωθεί δε, ότι η δράση του ξεπερνά τα όρια της κουζίνας ενός νοσοκομείου ή ενός ιδρύματος, καθώς το 2023 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο «Συνταγολόγιο: Μαγειρική για Υγεία», το οποίο παρουσιάστηκε στη Γαλλική Πρεσβεία και διακρίθηκε στα Gourmand Awards. Περιλαμβάνει 37 εύγευστες και θρεπτικές συνταγές, που δημιουργήθηκαν με αγάπη για όσους δεν μπορούν να απολαύσουν το φαγητό στην κανονική του μορφή λόγω κάποιας ασθένειας.
Το Μικρό Χωριό και τα ξέγνοιαστα καλοκαίρια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ευρυτανία έχει η προσωπική του σχέση με τον τόπο, καθώς τα καλοκαίρια του ως παιδί τα έζησε στο Νέο Μικρό Χωριό, χωριό του παππού του, Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου. Μιλά με συγκίνηση για τις αναμνήσεις από τα πανηγύρια, τις βόλτες από χωριό σε χωριό, τα παιχνίδια στην πλατεία, τους ανθρώπους, τις εικόνες που, όπως λέει, θυμάται «σαν να είναι χθες».
Αναγνωρίζει ότι ο τόπος τον θυμάται και τον μνημονεύει (σ.σ. στο εφετινό άναμμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου στο Μικρό Χωριό, έγινε αναφορά στη διάκρισή του στην Ισπανία) και μιλά για έναν τόπο ευλογημένο, με φυσική ομορφιά, παράδοση και ανθρώπους αυθεντικούς, επισημαίνοντας ότι η Ευρυτανία δεν είναι μόνο χειμερινός προορισμός, αλλά ένας τόπος γεμάτος εμπειρίες, μνήμες και ποιότητα ζωής.
Δηλώνει, τέλος, πως θα ήθελε να επιστρέψει και να κάνει πράγματα για την πατρογονική γη, τιμώντας τις ρίζες του και επιστρέφοντας μέρος της αγάπης που έχει λάβει.













