Ολοκληρώθηκαν οι εκλογικές διαδικασίες για την ανάδειξη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΛΜΕ Ευρυτανίας για τη θητεία 2025-2026, με τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών να κρίνεται ικανοποιητική και τη συγκρότηση του νέου οργάνου να αποτυπώνει τους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν στις κάλπες. Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν την Τρίτη 16 Δεκεμβρίου, με 118 εγγεγραμμένους εκπαιδευτικούς, από τους οποίους προσήλθαν στην κάλπη 92, καταγράφοντας αποχή 22%· 86 κρίθηκαν έγκυρα και 6 άκυρα ή λευκά.
Πρώτη δύναμη αναδείχθηκαν οι Ανεξάρτητοι Εκπαιδευτικοί, οι οποίοι συγκέντρωσαν 51 ψήφους και ποσοστό 59,3%, εξασφαλίζοντας τέσσερις έδρες στο νέο Διοικητικό Συμβούλιο. Η Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών έλαβε 35 ψήφους και ποσοστό 41,66%, καταλαμβάνοντας τρεις έδρες. Από τους Ανεξάρτητους Εκπαιδευτικούς εκλέγονται οι: Ροδοθέα (Θέα) Καρφή, Βασιλική Σιούτα, Μαργαρίτα Τσακανίκα και Μαρίνα Μπουτάρη, ενώ από την Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών εκλέγονται οι: Σπύρος Γιολδάσης, Γιάννης Ξενιτόπουλος και Ανδρέας Θεοδώρου.
Μετά τη συγκρότηση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα, πρόεδρος επανεκλέχθηκε η Θέα Καρφή, αντιπρόεδρος η Βασιλική Σιούτα, γραμματέας η Μαργαρίτα Τσακανίκα και ταμίας η Μαρίνα Μπουτάρη. Μέλη του Δ.Σ. είναι οι Σπύρος Γιολδάσης, Γιάννης Ξενιτόπουλος και Ανδρέας Θεοδώρου. Το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΛΜΕ Ευρυτανίας αναλαμβάνει καθήκοντα για ετήσια θητεία, σε μια περίοδο με αυξημένες προκλήσεις για τον χώρο της δημόσιας εκπαίδευσης.
«Στόχος η στήριξη όλων των εκπαιδευτικών, χωρίς διαχωρισμούς»
Μετά τη συγκρότηση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΛΜΕ Ευρυτανίας, η επανεκλεγείσα πρόεδρος, Θέα Καρφή, μίλησε στην εφημερίδα, αναφερόμενη τόσο στην εμπιστοσύνη των συναδέλφων όσο και στους βασικούς στόχους της νέας διοίκησης.
Όπως τονίζει, η στήριξη που έλαβε ο συνδυασμός των Ανεξάρτητων Εκπαιδευτικών αποτελεί «τεράστια τιμή αλλά και τεράστια ευθύνη», επισημαίνοντας ότι η εμπιστοσύνη των συναδέλφων συνεπάγεται υποχρέωση να ανταποκριθούν στο ύψος των προσδοκιών τους. Η ίδια υπογράμμισε ότι βασική δέσμευση του νέου Δ.Σ. είναι η υπεράσπιση όλων των εκπαιδευτικών, χωρίς διαχωρισμούς. «Για εμάς δεν υπάρχουν αναπληρωτές και μόνιμοι. Όλοι είναι συνάδελφοι και όλοι χρειάζονται τη βοήθεια και την υποστήριξη του σωματείου», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ευρυτανίας σημειώνει ότι προτεραιότητα της νέας διοίκησης είναι η καθημερινή στήριξη των εκπαιδευτικών απέναντι στην κακοδιοίκηση και την αυθαιρεσία, καθώς και η εκπροσώπηση των προβλημάτων της εκπαιδευτικής κοινότητας τόσο σε τοπικό όσο και σε ευρύτερο επίπεδο, μέσα από τις γενικές συνελεύσεις και τις συλλογικές διαδικασίες του σωματείου. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη μοριοδότηση του ν. Ευρυτανίας, χαρακτηρίζοντάς την έναν από τους βασικούς στόχους της νέας θητείας, με σκοπό την επαναφορά της στα επίπεδα του 2017, σημειώνοντας ότι το σχετικό αίτημα έχει ήδη υποβληθεί από το προηγούμενο Διοικητικό Συμβούλιο και θα συνεχίσει να διεκδικείται.
Παράλληλα, κάνει λόγο για την ανάγκη βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των εκπαιδευτικών που υπηρετούν σε δύσκολες και απομακρυσμένες περιοχές, τονίζοντας ότι η ΕΛΜΕ θα διεκδικήσει ό,τι είναι δυνατό από τους δήμους. Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε ψηλά στην ατζέντα και το ζήτημα των εστιών στα χωριά του Δήμου Αγράφων, οι οποίες παραμένουν κλειστές.
Η κα Καρφή δεν παρέλειψε, μιλώντας, όπως τονίζει, ως υποψήφια και όχι ως πρόεδρος της ΕΛΜΕ, να αναφερθεί και στο κλίμα της προεκλογικής περιόδου, εκφράζοντας την ενόχλησή της για την τακτική που, όπως είπε, ακολουθήθηκε από την Αγωνιστική Συσπείρωση Εκπαιδευτικών στον νομό. Όπως δηλώνει: «Μας λύπησε πάρα πολύ το γεγονός ότι μια ιστορική και σημαντική παράταξη για το σωματείο, προέκρινε μια προεκλογική εκστρατεία που στηρίχθηκε στη λάσπη και στη δολοφονία χαρακτήρων», προσθέτοντας ότι πρόκειται για στάση που δημιουργεί προβληματισμό.
Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η προεκλογική περίοδος έχει πλέον τελειώσει και πως τώρα είναι «ο καιρός της σύνθεσης και της συνεργασίας», σε μια χρονιά με σοβαρές προκλήσεις για τον κλάδο, όπως η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και το νέο πειθαρχικό πλαίσιο. Όπως καταλήγει, πρόκειται για ζητήματα που προκαλούν έντονη ανησυχία στους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι «έχουν δώσει πραγματικό αγώνα για να καταλάβουν τη θέση τους στην εκπαίδευση, όχι για οικονομικούς λόγους, αλλά από αγάπη για το επάγγελμα και τα παιδιά».










