Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

ev media-logomenoume-asfaleis

Βελούχι, ο "παράδεισος" χλωρίδας και βλάστησης. Περισσότερα από 100 είδη προστατεύονται από διεθνείς συνθήκες, από την έντυπη έκδοση

από την έντυπη έκδοση

O Τυμφρηστός (ή Βελούχι) είναι το βορειότερο βουνό της νότιας Ελλάδας και ταυτόχρονα το σημείο εκκίνησης όλων των ορεινών συγκροτημάτων προς βορά. Η γεωγραφική του θέση, καθώς και άλλα χαρακτηριστικά του, όπως το γεωλογικό υπόστρωμα, η γεωμορφολογία του, η ποικιλία των μικροκλιματικών συνθηκών δημιουργούν τέτοιες συνθήκες ώστε στον Τυμφρηστό να εμφανίζεται ιδιαίτερη χλωρίδα και βλάστηση.velouchi-koumpi-anavasi

Η ποικιλία αυτή συγκέντρωσε το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών και έγινε αντικείμενο επιστημονικών συζητήσεων στο παρελθόν (Φοίτος 1960, Strid 1993, Voliotis 1976, Barbero & Quezel 1976, Dimitrellos & Christodoulakis 1995, 1999, Δημητρέλλος 2005, Μπεκιάρης κ.ά. 2004). Συνολικά, στον Τυμφρηστό έχουν καταγραφεί 1202 είδη Τραχειόφυτων. Σύμφωνα με έρευνες και μελέτες που έχουν γίνει στο όρος, περισσότερα από 100 είδη και υποείδη, που εμφανίζονται στην περιοχή, προστατεύονται από διεθνείς και ελληνικές συνθήκες και νόμους. Μερικά από αυτά είναι ιδιαίτερα σπάνια όπως τα Allium phtioticum (είδος αγριοκρεμμυδιού), Anthemis cretica ssp. columnae (είδος μαργαρίτας), Centaurea princeps (είδος κενταύριας), Poa trichophylla (είδος αγρωστωδών). 

Στον Τυμφρηστό εμφανίζονται και πολλά ενδημικά είδη. Συνολικά εμφανίζονται 38 ελληνικά ενδημικά είδη και υποείδη (δηλαδή είδη που εμφανίζονται μόνο στην Ελλάδα και πουθενά αλλού στον κόσμο!). Το ποσοστό αυτό των ενδημικών ειδών είναι ιδιαίτερα υψηλό για όλη την Ευρώπη. Από αυτά, τα 25 εμφανίζονται μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα και μάλιστα μερικά μόνο σε λίγα βουνά όπως π.χ. το Cardamine amara ssp. barbareoides (εμφανίζεται μόνο στον Τυμφρηστό και τη Γκιώνα), το Ornithogalum fimbriatum ssp. gracipiles (εμφανίζεται μόνο στον Τυμφρηστό και την Οξιά), το Scorzonera purpurea ssp. peristerica (εμφανίζεται μόνο στον Τυμφρηστό και τον Πάρνωνα). Το πιο γνωστό ελληνικό ενδημικό είναι το κεφαλλονίτικο έλατο, που εμφανίζεται σε όλη τη νότια Ελλάδα σε μεγάλα υψόμετρα. Από τα 38 ελληνικά ενδημικά, τα 2 (Centaurea princeps, Thymus rechingeri ssp. macrocalyx) είναι τοπικά ενδημικά του Τυμφρηστού (δηλαδή η εμφάνισή τους σε όλο τον κόσμο περιορίζεται μόνο στον Τυμφρηστό) και προστατεύονται από διεθνείς και ελληνικές συνθήκες. 

Η βλάστηση του Τυμφρηστού είναι επίσης πολύ πλούσια, αφού έχουν βρεθεί πάνω από 30 οικότοποι-φυτοκοινωνίες. Μάλιστα, μερικές από αυτές ανήκουν στην κλάση Daphno-Festucetea που είναι ενδημική της Ελλάδας, όπως επίσης και οι οικότοποι που σχηματίζει η Abies cephalonica (κεφαλληνιακή ελάτη). Οι οικότοποι με τη μεγαλύτερη ποικιλότητα σε φυτικά είδη είναι αυτοί που βρίσκονται συνήθως από τα δασοόρια, στα ψευδαλπικά λιβάδια. Στα λιβάδια του Βελουχίου εμφανίζονται και τα περισσότερα ενδημικά είδη.

Ο παράγοντας της σωστής διαχείρισης

Σημαντικός παράγοντας για τη διατήρηση της πλούσιας χλωρίδας και βλάστησης του Τυμφρηστού είναι η σωστή διαχείρισή τους. Τα οικοσυστήματα που εμφανίζονται στον Τυμφρηστό, διατηρήθηκαν για αιώνες με παραδοσιακές χρήσεις γης και κινδυνεύουν πλέον από την αλλαγή αυτών των χρήσεων. Σημαντικοί και κρίσιμοι παράγοντες για τη διατήρηση αυτών είναι η συνέχιση του καθαρισμού των δασών (μέσω των υλοτομιών και του καθαρισμού των δασών), καθώς και η συνέχιση της βόσκησης στα ψευδαλπικά λιβάδια. Η διακοπή των παραπάνω χρήσεων θα έχει σαν αποτέλεσμα: 1) την κυριαρχία συγκεκριμένων φυτικών ειδών (που είναι τα πιο ανταγωνιστικά) και την εξαφάνιση άλλων (που είναι λιγότερο ανταγωνιστικά και τώρα αντέχουν και επιβιώνουν επειδή δεν πυκνώνει το δάσος ή επειδή δεν τρώγονται από τα ζώα), 2) την αύξηση της καύσιμης ύλης που παραμένει τόσο μέσα στο δάσος, όσο και στα λιβάδια (αφού δεν υπάρχει ο άνθρωπος για να τα μεταφέρει ή τα ζώα για να τα φάνε), που φυσικά θα οδηγήσει σε πυρκαγιές. Παράλληλα, η αύξηση της ζήτησης για αναψυχή οδηγεί σε διάνοιξη πολλών δρόμων (τα μπάζα καθώς και η αλλαγή της κοίτης μικρών ή και μεγάλων ρεμάτων στο παρελθόν έχουν οδηγήσει σε εξαφάνιση σημαντικών ενδιαιτημάτων σπάνιων ειδών ακόμα και στην Ελλάδα) και ταυτόχρονα η μεταφορά πολλών πολιτών στα δάση και τα ψευδαλπικά λιβάδια, που οδηγεί στην πίεση για δημιουργία χώρων αναψυχής (καταστρέφοντας το φυσικό περιβάλλον) και στην αύξηση των απορριμμάτων (είναι γνωστό πώς ένα κομματάκι γυαλί μπορεί να προκαλέσει ανυπολόγιστες καταστροφές με πυρκαγιά που μπορεί να προκαλέσει).

 

Γεώργιος Φωτιάδης

Δρ Δασολόγος - Περιβαλλοντολόγος

Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Δασολογίας & ΔΦΠ του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών, με έδρα το Καρπενήσι