Greek Albanian English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish
Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

ev media-logo


"Μάνα, μητέρα, αννέ". Ο Διονύσης Παρούτσας εξηγεί γιατί μια τούρκικη σειρά βρίσκει υψηλή τηλεθέαση και αποδοχή στο ελληνικό κοινό

Και ξαφνικά, εν μέσω σκοπιανού ζητήματος, εν μέσω σκανδάλου ΝΟΒΑΡΤΙΣ και εν μέσω προβλημάτων και πτώσης της δημοτικότητας της κυβέρνησης, κάποιες άλλες μετρήσεις παίρνουν την ανιούσα. Και φυσικά αναφερόμαστε στα νούμερα της τηλεθέασης των τουρκικών σήριαλ όπως το «ΑΝΝΕ» που αυξάνονται και πληθύνονται τελευταία στην ελληνική τηλεόραση, και επαναφέρουν στο λεξιλόγιό μας λέξεις όπως "εβέτ", "μπεη", "γιοκ" και "γιουρουσούς".791

Μικροί και μεγάλοι δημοσιογράφοι προσπαθούν εδώ και πολύ καιρό να δώσουν απάντηση στο μέγα φιλοσοφικό ερώτημα: «Τι είναι αυτό που κάνει εκατοντάδες χιλιάδες τηλεθεατές να βρίσκονται καρφωμένοι στους καναπέδες τους, να αψηφούν το «Τατουάζ» και το «Σαρβάιβορ» και να επιλέγουν να δουν τους εξ ανατολών γείτονές μας να ερωτεύονται, να μισούνται και να μηχανορραφούν;»

Ίσως φταίει το στόρι: Η σειρά είναι προσαρμοσμένη στην Ιαπωνική σειρά «Mother», σε σενάριο του Γιούτζι Σακαμότο. Βραβευμένη με το ειδικό βραβείο στην κατηγορία «Ξένη σειρά», στο Διεθνές Φεστιβάλ Δράματος στο Τόκυο. Τρία είναι τα κεντρικά πρόσωπα: μια μάνα, η Γκιονούλ που σκότωσε τον άντρα της και μπήκε φυλακή για να σώσει το παιδί της. Η Γκιονούλ είναι η βιολογική μητέρα της Ζεϊνέπ, της κεντρικής πρωταγωνίστριας. Η Ζεϊνέπ, ως υιοθετημένη μισεί τη βιολογική της μητέρα, γιατί πιστεύει ότι την εγκατέλειψε. Η Μελέκ είναι ένα κακοποιημένο 5χρονο κοριτσάκι που η ζωή του πετιέται στα σκουπίδια, ψάχνει απεγνωσμένα τη μητρική αγάπη Η Ζεϊνέπ θα πάρει ένα τεράστιο ρίσκο για να σώσει το παιδί από την οικογένειά του. Στόχος της είναι να χαρίσει στο παιδί μια όμορφη ζωή.

Μια μετασκευή της χιλιοειπωμένης ιστορίας της μητρικής αγάπης, της Μήδειας, του Οθέλου και της Δεισδαιμόνας, της Αντιγόνης και του Αίμονα, που πάντα συγκινούσε, συγκινεί και θα συγκινεί όσο υπάρχουν νιάτα, κι όσο υπάρχουν καρδιές που πιστεύουν στην αγάπη. Και ποιος είναι άλλωστε αυτός που δεν πιστεύει; Εξ άλλου ο Σοφοκλής το είχε διαπιστώσει πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια: «Έρως, ανίκατε μάχαν»!

Αρκεί όμως μόνο το στόρι; Μάλλον όχι. Υπάρχουν αρκετά ελληνικά σίριαλ που ασχολούνται με παρόμοια θεματολογία, παρ' όλα αυτά, δεν καταφέρνουν να μας καθηλώσουν στο χαζοκούτι.

Μερικοί πιστεύουν πως είναι η περιέργεια για το πώς ζουν οι "άλλοι", μια αίσθηση "κοιτάγματος από την κλειδαρότρυπα", που μας κάνει κάθε βράδυ να μαθαίνουμε για την Ισταμπούλ και τα μικρασιατικά παράλια, τις κινήσεις της προσευχής των μουσουλμάνων, τον τρόπο συμπεριφοράς τους στην οικογένεια και τις γυναίκες τους, με λίγα λόγια ότι το σίριαλ είναι ένα είδος "ντοκιμαντέρ" που μας ενημερώνει για εκείνους. Κι αυτό όμως δεν δικαιολογεί την ομοθυμαδόν προσήλωσή μας.

Σίγουρα όλα τα παραπάνω έχουν μέσα τους μια δόση αλήθειας και από τη σκοπιά του το καθένα προβάλλει μια αιτία για την οποία το ενδιαφέρον του κοινού παραμένει αμείωτο. Ένα ενδιαφέρον που μαρτυρείται και από τα ποσοστά τηλεθέασης: το μέσο μερίδιο τηλεθέασης της σειράς φθάνει το 20% και δείχνει να έχει τάσεις ανόδου. Τουλάχιστον ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν δει το σήριαλ έστω και για ένα λεπτό.

Υπάρχει άραγε κάτι ανάλογο στην ελληνική τηλεόραση; Μα φυσικά. Πολλοί θα θυμούνται τον αξέχαστο κυρ Γιώργη του "Λούνα Παρκ" στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Η χαρακτηριστική εκείνη καρικατούρα του Γιάννη Δαλιανίδη ενσάρκωνε μια μορφή πηγαία, έναν άνθρωπο με πολλά ελαττώματα, τα οποία όμως πήγαζαν από τη λαϊκή του ψυχή. Τον κυρ Γιώργη λοιπόν και τους υπόλοιπους ήρωες του Λούνα Παρκ, θυμίζουν οι πρωταγωνιστές του ΑΝΝΕ και των άλλων τουρκικών σίριαλ δείχνοντας για μια ακόμη φορά το μυστικό της επιτυχίας: Τα τουρκικά σίριαλ μοιάζουν πολύ με ελληνική ταινία της δεκαετίας του 60, σαν αυτές της Βουγιουκλάκη με τον Παπαμιχαήλ.

Οι ελληνικές ταινίες έχοντας μια υπόθεση ολοκληρωμένη, αντικατοπτρίζουν τα ήθη μιας εποχής που αν και έχει πια περάσει δεν παύει να αποτελεί μια όαση με έντονα συναισθήματα, "έλεον, φόβον και κάθαρσιν" κατά τον κλασσικό ορισμό του Αριστοτέλη για το θέατρο.

Να μην ξεχνάμε δε και την διάκριση των κοινωνικών ρόλων ή και το λαϊκό στοιχείο με το οποίο ταυτιζόμαστε πολύ εύκολα, καθώς από εκεί έλκουμε άπαντες την καταγωγή μας. Έτσι αιτιολογείται και η παλιότερη επιτυχία του "καφέ της Χαράς" αφού ήταν πασιφανές ότι χωριό με τέτοιους ρυθμούς και παρόμοιες καταστάσεις δεν είναι δυνατό να υπάρξει σήμερα. Είναι η αρχέτυπη εικόνα του όμως που μας συγκινεί και μας αναγκάζει να το δούμε.

Μετά είναι το συναίσθημα: Καθώς η ζωή μας τρέχει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, δεν έχουμε πλέον χρόνο για τον έρωτα ή την πραγματική αγάπη. Έτσι το συναίσθημα στα δικά μας σίριαλ έχει αντικατασταθεί από ερωτικές εικόνες με ημίγυμνα -ενίοτε δε και ολόγυμνα - σώματα όπου τίποτα δεν αφήνεται στην φαντασία.

Όταν σήμερα οι κοπέλες ολοκληρώνουν τις σχέσεις τους σε ποσοστό 60% κάτω από τα 14 χρόνια τους, όταν το φλερτ έχει εξοβελιστεί και αντικατασταθεί με πιο άμεσα και περισσότερο ανώδυνα SMS, όταν τα αγόρια μπορούν να έχουν από τα 12 χρόνια τους άμεση πρόσβαση σε σκηνές σκληρού πορνό, μέσω του ίντερνετ, τότε αναγκαστικά η ψυχή ψάχνει να βρει τη γαλήνη σε μια εικόνα περισσότερο συντηρητική, περισσότερο συγκεκαλυμμένη.

Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί δεν φτιάχνεται μια δική μας εκδοχή ενός τέτοιου σήριαλ. Αφού η συνταγή είναι τόσο απλή, γιατί δεν γράφεται ένα αντίστοιχο σενάριο; Μα είναι απλό. Η σημερινή ελληνική κοινωνία δεν έχει τους αυστηρούς περιορισμούς που έχει η τουρκική, τόσο λόγω της θρησκείας όσο και λόγω των κοινωνικών μεταβολών που έγιναν σε μας την περίοδο που πλουτίζαμε με δανεικά. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να γραφτεί μια παρόμοια ελληνική σειρά και δεν είναι καθόλου παράδοξο που το «Αννέ» έχει τέτοια επιτυχία. Είναι η μόνη μας διέξοδος από την τρέλα που μας σερβίρουν ως πραγματικότητα.

Γι' αυτό συμπάσχουμε με τους Τούρκους πρωταγωνιστές. Γιατί αυτοί είναι αυθεντικοί, αληθινοί, άνθρωποι μέσα στην εποχή τους. Οι δικοί μας πρωταγωνιστές είναι υπεράνθρωποι, υπερ-εραστές και σούπερ - καλλονές. Όντα που δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Πώς λοιπόν να ταυτιστείς μαζί τους, να νιώσεις τον "έλεο" για να φτάσεις στην κάθαρση; Ιδίως όταν χρειάζεσαι σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε μια φτηνή, διέξοδο από την αδυσώπητη πραγματικότητα;