Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

ev media-logo

«Παιδική κακοποίηση: ο «αόρατος» εφιάλτης…», άρθρο του Κων/νου Καραγιαννόπουλου, από την έντυπη έκδοση

Tου Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου

Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες από την ανακοίνωση της ετυμηγορίας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λαμίας, για την υπόθεση κακοποίησης του βρέφους από τον νεαρό πατέρα. Είναι ένα πραγματικά σπάνιο περιστατικό για την κοινωνία του Καρπενησίου, ή πιο σωστά είναι μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις που γνωστοποιείται ένα τέτοιο γεγονός και καταλήγει στην δικαιοσύνη. Αυτό θα πρέπει να αποτελέσει κίνητρο για την κοινωνική υπηρεσία (και για τις αρχές γενικότερα), ώστε να ερευνηθεί ενδελεχώς το φαινόμενο, καθώς και για να ξεκινήσουν καμπάνιες ευαισθητοποίησης του κοινού.arkoudaki11

Αν και δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός ορισμός για την έννοια της κακοποίησης∙ ουσιαστικά, με τον όρο «παιδική κακοποίηση» αναφερόμαστε σε πράξεις (ή κι απουσία πράξεων) -από τον ένα ή και τους δύο γονείς ή ακόμα κι από έναν άλλο ενήλικα του περιβάλλοντος του θύματος- οι οποίες τραυματίζουν ή δύνανται να τραυματίσουν (σωματικά ή/ και ψυχολογικά) το παιδί. Σύγχρονοι ορισμοί συμπεριλαμβάνουν στην έννοια αυτή και την έκθεση του παιδιού σε σκηνές βίας σε βάρος κάποιου άλλου μέλους της οικογένειας, καθώς και την κακοποίηση δια αντιπροσώπου (το γνωστό, δηλαδή, σύνδρομο Munchausen*).

Την έκταση του φαινομένου είναι πολύ δύσκολο να την αντιληφθούμε, λόγω του «σκοτεινού αριθμού» που υπάρχει. Αυτό συμβαίνει διότι, οι άνθρωποι δεν καταγγέλλουν τα περιστατικά αυτά**. Βέβαια, υπάρχουν επιδημιολογικές έρευνες που μας δείχνουν –κάπως- την κατάσταση που επικρατεί∙ όπως π.χ. η έρευνα BECAN, κατά την οποία: περσότερα από 8 στα 10 παιδιά αναφέρουν ότι έχουν υποστεί σωματική ή ψυχολογική βία, ενώ περίπου 2 στα 10 παιδιά είχαν εμπειρίες σεξουαλικής βίας. Οι πιο συχνοί λόγοι που αναφέρονται, για την μη καταγγελία των περιστατικών κακοποίησης, έχουν να κάνουν: α) με το ότι πολλοί άνθρωποι ενώ αντιλαμβάνονται πως κάτι συμβαίνει, μη όντας απολύτως σίγουροι, φοβούνται τα… «μπλεξίματα», β) με το ότι τα ίδια τα παιδιά- θύματα θέλουν να προστατεύσουν τον γονιό τους, γ) με τα πιθανά μέτρα που λαμβάνουν οι δράστες ώστε να μην γνωστοποιηθούν οι βίαιες πράξεις τους∙ και τέλος, ειδικά σε μικρές –παραδοσιακές- κοινωνίες (όπως κι η δική μας…) δ) με το ότι αυτού του είδους η βιαιότητα αναγιγνώσκεται ως τμήμα της νοοτροπίας γύρω από το θέμα της διαπαιδαγώγησης των παιδιών. Επίσης, υπάρχουν έρευνες (όπως αυτή των Cawson, et, all.) που δείχνουν ότι η πλειοψηφία των ατόμων που έχουν κακοποιηθεί στην παιδική τους ηλικία δεν το αναφέρουν ποτέ και σε κανέναν.

Το ζήτημα της παιδικής κακοποίησης είναι πάρα πολύ σημαντικό και θα πρέπει όλους να μας απασχολήσει, μιας και οι επιπτώσεις δεν είναι μονάχα βραχυπρόθεσμες. Έχει αποδειχθεί επιστημονικά πως, άτομα τα οποία υπέστησαν στην παιδική τους ηλικία κακοποίηση, κατά την ενήλικη ζωή τους έχουν πολλές πιθανότητες να εμφανίσουν σοβαρότατες (αγχώδεις) διαταραχές. Έχει, ακόμα, καταδειχθεί πως άνθρωποι που κατηγορήθηκαν για κακοποίηση του παιδιού τους, υπήρξαν και οι ίδιοι θύματα κακοποίησης σε πολύ νεαρή ηλικία. Βλέπουμε, δηλαδή, πως η απάθεια μπροστά στο φαινόμενο μπορεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο βίας.

Όπως ανέφερε το ρεπορτάζ της εφημερίδας Ευρυτανικά Νέα, η κατηγορία (στην συγκεκριμένη υπόθεση) από κακούργημα μετατράπηκε σε πλημμέλημα, ενώ ο νεαρός άνδρας δήλωσε μετανιωμένος για τις πράξεις του. Είναι –άραγε- αυτό (δηλ. η μετάνοια) αρκετό; Κι αν όχι, τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα;

Απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα δεν είναι εύκολο να δοθούν. Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως, καθένα απ’ αυτά τα συμβάντα είναι μοναδικό. Τόσο για την πρόληψη της κακοποίησης, όσο και για την αντιμετώπιση των δραστών, πρέπει να εξετασθεί ένα μεγάλο εύρος παραγόντων. Όσον αφορά τους γονείς, εκτός από την ψυχοπαθολογία τους, μεγάλο ρόλο παίζει η συναισθηματική σύνδεσή τους με το νεογέννητο, η ποιότητα των δεσμών που εσωτερίκευσαν ως παιδιά, καθώς και το αν είχαν επίγνωση των βλαβών που ασκούσαν/ προκαλούσαν στο παιδί τους (Μ. Μαλανδρή). Από την άλλη, σύγχρονα ερευνητικά δεδομένα μας φανερώνουν ότι και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και η έλλειψη μηχανισμών κοινωνικής στήριξης, αλλά και η ανδρική ανεργία, σχετίζονται σε σημαντικό βαθμό με την παιδική κακοποίηση (Λ. Καρκούτα, Θ. Χαλκιάς, Π. Ουζουνάκης, Ν. Madu). Έτσι, γίνεται φανερή η ανάγκη της συμμετοχής της κοινότητας στην αντιμετώπιση της «ενδοοικογενειακής βίας». Εκτός των αναγκαίων θεραπευτικών επεμβάσεων (σε περιπτώσεις που έχει διαπιστωθεί κακοποίηση), η πολιτεία θα πρέπει να κάνει τις συνθήκες ζωής των πολιτών βιώσιμες –έστω στο επίπεδο της ίσης πρόσβασης στα πιο αναγκαία και ουσιαστικά για τον βιοπορισμό, σε όλους τους πολίτες)∙ όμως –σ’ αυτούς του δύσκολους καιρούς- κρίνεται απολύτως αναγκαία και η ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης (η οποία λειτουργεί σαν κυματοθραύστης τις πιο κρίσιμες στιγμές).

Άλλωστε, όπως γράφει κι ο Ντοστογιέφσκι, «ο καθένας από μας είναι ένοχος απέναντι σε όλους, για όλους και για όλα».


*Σ’ αυτή την περίπτωση ο γονιός- δράστης προσποιείται ή προκαλεί σκοπίμως τραύματα στο παιδί με σκοπό να πάρει –εμμέσως- τον ρόλο του ασθενούς, ώστε να λάβει το ενδιαφέρον και την φροντίδα των γιατρών. 

**Όπως είδαμε να αναφέρει κι ο Εισαγγελέας κος. Λακαφώσης, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης της κακοποίησης του βρέφους.