Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2020

ev media-logomenoume-asfaleis

Πως ασκείται η ποινική δίωξη;

Για να αρχίσει η ποινική διαδικασία θα πρέπει πρωτίστως να ασκηθεί η ποινική δίωξη την οποία ασκεί στο όνομα της πολιτείας ο εισαγγελέας των πλημμελειοδικών. Τη ποινική δίωξη την ασκεί είτε αυτεπαγγέλτως δηλαδή με δική του πρωτοβουλία εφόσον του υποβλήθηκε αναφορά ή πληροφορήθηκε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τη τέλεση τους (φυσικά θα πρέπει βέβαια τα εγκλήματα αυτά να διώκονται ανεξάρτητα από την επιθυμία του παθόντος), είτε μετά από μήνυση, έγκληση ή μηνυτήρια αναφορά. Για τα εγκλήματα που διώκονται κατ’ έγκληση θα ενημερωθείτε εκτενέστερα από το δικηγορικό γραφείο που θα χειριστεί την υπόθεση σας καθώς για να κινηθεί σε τέτοια εγκλήματα η ποινική δίωξη χρειάζεται η έγκληση σας και μάλιστα εντός τριμήνου.

 

 Η άσκηση της ποινικής διώξεως πραγματοποιείται από τον εισαγγελέα στο στάδιο της προδικασίας, δηλαδή σε αρχικό στάδιο πριν από την εισαγωγή της υπό κρίση υποθέσεως στο ακροατήριο με τους ακόλουθους τρόπους:

 

 Α) με την απευθείας κλήση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου στα εγκλήματα που αυτό προβλέπεται (π.χ στα κακουργήματα είναι απαραίτητο το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης).

 

Β) με τη παραγγελία προανακρίσεως που έχει εκ του νόμου συνοπτικό χαρακτήρα και διεξάγεται από τα αρμόδια όργανα. Σε σοβαρότερα εγκλήματα οι διαδικασίες είναι βεβαίως διεξοδικότερες.

 

 Με τη προανάκριση σχηματίζεται ο φάκελος της ποινικής δικογραφίας που εμπεριέχει αποδεικτικά έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις, ηλεκτρονικά αρχεία και οτιδήποτε άλλο αποτελεί αποδεικτικό υλικό που σχετίζεται με την υπό κρίση υπόθεση. Έπειτα ο εισαγγελέας προβαίνει σε μελέτη των πορισμάτων της προανακρίσεως και πράττει τα ακόλουθα:

 

Α) στη περίπτωση που υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής πραγματοποιεί κλητήριο θέσπισμα ώστε να γίνει η εκδίκαση της υποθέσεως με απευθείας κλήση. Αν όμως μετά τη προκαταρκτική εξέταση, τις προανακριτικές πράξεις ή την ΕΔΕ κρίνει πως δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να κινηθεί ποινική δίωξη θέτει την υπόθεση στο αρχείο.

 

Β) αν μετά από το πέρας της προανάκρισης δεν υπήρξαν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης εγκλήματος από τον κατηγορούμενο, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών εισάγει με έγγραφη πρόταση του την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο.

 

Γ) στην εκδοχή κατά την οποία η αξιόποινη πράξη είναι σοβαρή δηλαδή κακούργημα, ο εισαγγελέας παραγγέλνει τακτική κύρια ανάκριση από ανακριτή η οποία πραγματοποιείται εγγράφως. Σε αυτό το στάδιο δεν είναι απαραίτητο να έχει προηγηθεί προανάκριση και στη περίπτωση που πραγματοποιήθηκε ο ανακριτής δεν επαναλαμβάνει όσα έχουν γίνει σε αυτές τις εισαγωγικές διαδικασίες. Ο ανακριτής δύναται να εκδώσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ένταλμα συλλήψεως του φερόμενου ως δράστη αναγράφοντας το άρθρο στο οποίο προβλέπεται η εγκληματική πράξη του κατηγορούμενου. Όπου το επιτρέπει ο νόμος μπορεί να εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κρατήσεως του συλληφθέντος προσώπου ή δυνατότητα επιβολής περιοριστικών όρων. Η κύρια ανάκριση ολοκληρώνεται με το βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών.

 

 Τέλος, είναι σημαντικό να επισημανθεί πως στο νομικό σύστημα της χώρας μας υπάρχουν πολλές ασφαλιστικές δικλείδες σε κάθε διαδικασία ώστε να παραπέμπονται σε δίκη μόνο τα άτομα σε βάρος των οποίων υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής.