Ημερομηνία

“Μπάρμπα-Γιώργο, σε ευχαριστούμε!”. Ο Αναστάσιος Ηλιόπουλος γράφει για τον αείμνηστο Γιώργο Γαβρίλη, τον γνωστό μας “Μητρούκα”

Γράφει ο Αναστάσιος Ηλιόπουλος*

“Θέλοντας να αποτίσω τον ελάχιστο φόρο τιμής στον αγαπητό μας Γεώργιο Γαβρίλη, τον γνωστό μας «Μητρούκα» δημοσιεύω εδώ ένα λογίδριο, που εκφωνήθηκε στις 10 Αυγούστου 2025 στην καφετέρια «Κασμίρ» σε τιμητική εκδήλωση στον προαναφερθέντα. Με αφορμή τον μπάρμπα Γιώργο θα γίνει αναφορά και στους παραδοσιακούς μουσικούς του Καρπενησίου. Τα χρόνια και την ευχή του να ‘χουμε.

Ένα ερώτημα αυτές τις μέρες τριβέλιζε το μυαλό μου και ερχόταν ξανά και ξανά μπροστά μου: Τι το ιδιαίτερο έχει ο μουσικός, ο κάθε μουσικός, ο ψάλτης, ο λαϊκός, ο δημοτικός, ο έντεχνος, ο κλασικός από τον υπόλοιπο κόσμο; Σε τι διαφέρει; Τι το πολύτιμο προσφέρει, που πολλάκις αμοίβεται αδρά, άλλες φορές καθόλου -φερειπείν στην περίπτωση των ψαλτών- αλλά πάντα αναγνωρίζεται, συζητείται και ζητείται;

Μήπως ο μουσικος διαφέρει από τους άλλους τεχνίτες γιατί ξεκινά από μικρή ηλικία, εξ απαλών ονύχων, και συνεχίζεται η σπουδή εσσαεί; Μήπως γιατί ζητά την αποκλειστικότητα και την αφιέρωση; Ἠ μήπως πάλι γιατί οι σπουδές του είναι πολυχρόνιες και κοπιαστικές και σε αρκετές περιπτώσεις αρκετά κοστοβόρες;

Ο μπαρμπα Γιώργος από την ηλικία των εννέα χρόνων συμμετείχε μαζί με τον πατέρα του στα πανηγύρια παίζοντας νταούλι. Παρατηρούσε τον πατέρα του που έπαιζε βιολί. Ο πατέρας του, Δημήτριος, είχε πάει φαντάρος στην Μικρασία και είχε φέρει από εκεί ένα όργανο. Σε ηλικία δεκαέξι ετών, το 1942, πήγε πέντε μέρες στη Λαµία στον Μητσόπουλο. Μετά από σχεδόν 10 χρόνια, το 1953 πήγε για έξη μέρες αυτήν τη φορά, στον Κωνσταντινουπολίτη δεξιοτέχνη Τριανταφυλλίδη Γιώργο στην Αθήνα. Αναφέρει ο ίδιος ότι πλήρωνε 80 δραχμές το μάθημα. 80 δραχμές το 1953 ήταν να πάρεις μια γίδα και μισή ακόμα, δηλαδή σε σημερινά λεφτά γύρω στα 150 ευρώ! Ήταν φυσικό ότι δεν είχε να πληρώσει. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε ότι ο συμμαθητής του Γιώργος Κόρος, έκατσε δυο χρόνια με εκείνον τον καθηγητή και ξόδεψε όλην την περιουσία του που είχε στην Χαλκίδα! Αλλά και τα αδέλφια Πλατανιά που συνεργάζονταν με τον μπαρμπα Γιώργο, είχαν πολυχρόνια εκπαίδευση στο Ωδείο του Αλέξανδρου Αινιάν στη Λαμία.

Όσον αφορά στις δυσκολίες της εκπαίδευσης: Θυμάμαι έναν βιολιτζή που μου αφηγείτο ότι επέστρεφε από μάθημα μουσικής στο Αγρίνιο με τα πόδια και περπατώντας έπαιζε ό,τι είχε διδαχθεί στο δρόμο για να μην το ξεχάσει!

Ο μπαρμπα Γιώργος λοιπόν τα περισσότερα τα έμαθε εξασκούμενος. Κοιμόταν κυριολεκτικά μαζί με το βιολί του το βράδυ και δεν σταμάτησε ποτέ να ασκείται μέχρι τα βαθιά του γεράματα. Όπως αναφέρει: «η μουσική είναι ατελείωτη. Χάθηκες μία μέρα με το βιολί στα χέρια, είσαι ένα μήνα πίσω. Μ’ ένα λόγο, κανένας μουσικός δεν είναι τέλειος, και όποιος λέει ότι είναι τέλειος, είναι λάθος. Και δεν πρέπει να το λέει αυτό γιατί η μουσική είναι ένας ωκεανός». Από την ηλικία των είκοσι ετών ήταν ήδη επαγγελματίας.

Μήπως ο μουσικός διαφέρει από τους άλλους τεχνίτες γιατί εκτός από την σκληρή δουλειά και την προετοιμασία προϋποθέτει και ιδιαίτερο τάλαντο;

Για να γίνει κανείς μουσικός πρέπει να έχει «καλό αυτί» που λέμε, αλλά και κατάλληλη δεξιοτεχνία στα χέρια και αντίληψη. Ο μπαρμπα Γιώργος αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για να μάθεις μουσική πρέπει να «κλέβεις» και να παιδεύεσαι.

Ο μουσικός, εκτός από τα παραπάνω, είναι δημιουργός συναισθημάτων, κεφιού, εμψυχωτής ακόμα κι όταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης είναι λυπημένος.

Ένας φίλος μου επαγγελματίας μουσικός, ο Μιχάλης ο Ανδρονίκου καλή του ώρα, μου διηγείτο ότι η Γλυκερία κάπνιζε σαν φουγάρο και ο Πάριος έπινε ένα μπουκάλι ουίσκι πριν βγει στην σκηνή, και οι δύο από το άγχος τους να ικανοποιήσουν το κοινό τους και να δημιουργήσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Το κοινώς «πιόμα» ή «πι΄ί» είναι άλλη μια αρνητική παράμετρος της κυματώδους ζωής ενός μουσικού που κόστισε την ζωή σε πολλούς αξιολογώτατους καλλιτέχνες, όπως τον μακαρίτη Πάνο Χαλκιά και άλλους.

Αναφέρει ο μπαρμπα Γιώργος: Ήμασταν στο καφενείο και λέω σε έναν που κορόιδευε ότι βγάζουμε χωρίς κόπο χρήματα: «πάρε 50 ευρώ και πες μου γρήγορα δύο τραγούδια, εδώ όπως πίνεις καφέ». Μου λέει πρέπει πρώτα να πιω δύο-τρία τσίπουρα. Του λέω δώσε μου εμένα 20 ευρώ να σου τα πω, γιατί εμένα είναι η δουλειά μου αυτή». Να σημειωθεί ότι ο μπαρμπα Γιώργος όπως και ο Χρήστος Αληφαντάρος είναι από τους λίγους που δεν έπιναν ποτέ κατά την ώρα της δουλειάς τους.

Η μουσική προσφέρει χαρά, διασκέδαση και ευχαρίστηση σε όσους την ακούν και την δημιουργούν, αλλάζει με ευχάριστο τρόπο την κακή ψυχολογία και το άσχημο κλίμα. Αλλά αυτή η χαρά, το μεράκλωμα, πληρώνεται και μερικές φορές πολύ ακριβά!

Στις καλές εποχές του Καρπενησίου, τότε που τα χωριά ήταν ζωντανά και οι χωριανοί ερχόντουσαν να πουλήσουν τα γεννήματά τους ή να πληρωθούν για μια εργασία τους, με γεμάτο το πορτοφόλι πήγαιναν να γλεντήσουν. Μου ανέφερε ο συγχωρεμένος κλαριτζής Λάμπρος Παπαθανασίου περίπτωση οικογενειάρχη που πάνω στο κέφι του πέταξε όλο το μηνιάτικό του στα όργανα. Το μάζεψε βέβαια ο καλός μουσικός και την επόμενη ημέρα επέστρεψε στην οικογένεια το κομπόδεμα.

Μήπως διαφέρει η ζωή του μουσικού από των άλλων επαγγελματιών, γιατί όσες χαρές κι αν έχει, τόσες παραπάνω δυσκολίες και κινδύνους συναντά;

Τους μουσικούς στις περιόδους υψηλής ζήτησης, άνοιξη καλοκαίρι, θρησκευτικές και οικογενειακές εορτές δεν τους έβλεπε το σπίτι τους. Για να μην μιλήσουμε για τα πιο παλιά χρόνια που οι μετακινήσεις γινόντουσαν αποκλειστικά με τα πόδια, θα πούμε ότι ο ζωντανός μουσικός, κι όχι ο μουσικολόγος σαν τον υποφαινόμενο, είναι σε διαρκή κίνηση, κυνηγώντας τις δουλειές που εμφανίζονται. Τα αδέρφια Πλατανιά λόγου χάρη, όργωσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, έπαιξαν με τους Λος Παραγουάιος στην Ολλανδία, διασκέδασαν τον κόσμο στην Βουλγαρία, αλλά και στην Ελλάδα στην Αθήνα, στην Φθιώτιδα, στην Φωκίδα, στην Ευρυτανία και αλλού. Ήταν και ο μπαρμπα Γιώργος και ο μπαρμπα Χρήστος να πάνε στην Αμερική, αλλά φοβήθηκαν το αεροπλάνο! Μήπως ήταν γραφτό να τους έχουμε συνεχώς μαζί μας, μήπως εξαιτίας του αεροπλάνου γλίτωσαν από την λαοπλάνο Αμερική; Ποιος ξέρει;

Η κούραση επίσης σε πολυήμερες εκδηλώσεις, γάμους που κρατούσαν από Παρασκευή μέχρι Δευτέρα βράδυ και πανηγύρια ήταν εξοντωτική. Μου διηγείτο ο Λάμπρος Παπαθανασίου ότι δεν άντεχαν άλλο τα χείλια του, είχαν πρηστεί και ένας μεθυσμένος τον απειλούσε να τον σκοτώσει κραδαίνοντας το μπουκάλι. Ιδίως τα παλιά χρόνια, χωρίς τα μηχανήματα, τα χέρια κάποια στιγμή κουράζονταν, κόβονταν· η φωνή ακόμη και τώρα προσπαθώ να εξηγήσω, πώς άντεχε σε τέτοια πολύωρη δοκιμασία.

Οι φασαρίες ή από ασήμαντη αφορμή ή από πολιτικά αίτια ήταν και είναι πολύ σύνηθες φαινόμενο. Οι μεν να ζητάνε το «Κάποια μάνα αναστενάζει» και τον «Γοργοπόταμο», οι αντίθετοι να παραγγέλουν τον «Γρίβα», τον «Μαγγανά», το «κορίτσια απ΄ τα Γιάννενα» ή το «Απ΄ την Αθήνα ο Ζέρβας κίνησε». Ο μπαρμπα Γιώργος, όπως και άλλοι μουσικοί, όταν εβλέπαν τα δύσκολα έφευγαν από το παράθυρο! Τον καιρό του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ο Γιώργος Πλατανιάς μετέφερε μηνύματα αντιστασιακά ή μέσα στο σαντούρι του ή στο αυτί του γαϊδάρου του!

Ο καλός μουσικός πρέπει να έχει και μεγάλο ρεπερτόριο, για να ικανοποιήσει όλα τα γούστα, ακόμη και τα πιο παράλογα. Σαν μάγος πρέπει να τα συνταιριάζει, να έχει διάκριση και ταυτοχρόνως να έχει την αίσθηση του ωραίου και κατάλληλη αισθητική, ώστε να μείνει μια ευχάριστη εντύπωση και να τον ξανακαλέσουν.

Εάν οι σύγχρονοι μουσικοί κάνουν μεγάλη ζωή και τους ακολουθεί, όσα χρόνια τους κρατάει το σταρ σύστεμ στην επιφάνεια, μια χλιδή και μια αίγλη, αυτό δεν γινόταν στα παλιά τα χρόνια που τους ανεβοκατέβαζαν μειοτικά «γύφτους», εξαιτίας του επαγγέλματος του σιδηρουργού, που μερικοί εξ αυτών εξασκούσαν, ή επειδή και μόνο τύχαινε να μένουν σε συγκεκριμένη γειτονιά σιδεράδων και μουσικών, όπως στα «Γύφτικα» του Καρπενησίου. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο όρος μουσικός ήταν υποτιμητικός. Ο μπαρμπα Γιώργος και ο μπαρμπα Χρήστος Αληφαντάρος πάντως αντί για μεγάλη ζωή, προτίμησαν να κάνουν οικογένεια, η οποία τους μνημονεύει με ευγνωμοσύνη. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο μπαρμπα Γιώργος: «Πρώτα από όλα, αν δεν είσαι καλός άνθρωπος τι το θέλεις το βιολί και αν το παίζεις καλά. Έτσι δεν είναι;»

Μήπως οι καλλιτέχνες διαφέρουν από τους άλλους επαγγελματίες επειδή το πρώτο τους υλικό, η μουσική, έχει τόσο μεγάλη δύναμη και θεραπευτική δράση;

Ο μουσικός απευθύνεται σε όλες τις τάξεις από τον εργάτη μέχρι τον βασιλιά (πρωθυπουργό).

Έχω ακούσει πλειστάκις από τον Τάκη Πλατανιά γι΄ αυτόν και τα αδέρφια του που είχαν παίξει στον Λευκό οίκο, στον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Νίξον στο σπίτι του Κένεντυ, αλλά και στην μικρή κοπελίτσα των δεκαπέντε ετών στο Καρπενήσι που κοίταζε με γουρλωμένα μάτια το εκκεντρικό ντύσιμο και τις χορευτικές κινήσεις τους.

Μήπως η μουσική δεν είναι απλώς ήχος, αλλά εμπεριέχει κουλτούρα και είναι φορέας πολιτισμού;

Ειδικά οι παραδοσιακοι μουσικοί (με όμικρον γιώτα) είναι οι κρίκοι μιας πανάρχαιας αλυσίδας. Το ρεπερτόριο που υπηρετούν μεταδίδει πολιτισμικές αξίες, ιστορικά γεγονότα, κοινωνικές στάσεις.

Μήπως τέλος οι μουσικοί διαφέρουν γιατί είναι παράγοντες εξωστρέφειας, οικονομικής και τουριστικής ανάπτυξης;

Τα τοπικά πανηγύρια είναι δημοφιλή ως εργαλεία τουριστικής προώθησης. Έχουν την μοναδική ικανότητα να αυξάνουν τη ζήτηση για τον τοπικό τουρισμό και συμβάλλουν στην αναμόρφωση της εικόνας ενός τόπου και στην προβολή ενός προορισμού που φιλοδοξεί να αναδειχθεί στον τουριστικό χάρτη. Λειτουργούν ως μοναδικοί τουριστικοί πόλοι έλξης, μιας και η επιτυχία τους εξαρτάται περισσότερο από τον ενθουσιασμό της τοπικής κοινωνίας παρά από σπάνια φυσικά ή τεχνητά θέλγητρα. Όπως λέει επιγραμματικά ο Τάκης Πλατανιάς: «Εμείς φέραμε τον τουρισμό στο Καρπενήσι!»

Μαρτυρεί η εγγονή του Χρήστου Αληφαντάρου ότι ακόμη και τώρα στην ταβέρνα «Φωλιά», παλιοί Καρπενησιώτες που έρχονται από την Αμερική αναζητούν τον μπαρμπα Γιώργο και τον Χρήστο Αληφαντάρο.

Για όλους τους παραπάνω λόγους η μουσική και οι θεράποντές της μουσικοί είναι σημαντικοί, γιατί η υπηρετούν μια καθολική γλώσσα που ενώνει τους ανθρώπους, επηρεάζει θετικά την ψυχική και σωματική υγεία και συμβάλλει στην πολιτισμική κληρονομιά. Οι μουσικοί, με την τέχνη τους, εκφράζουν συναισθήματα, διηγούνται ιστορίες και μεταδίδουν πολιτισμικά στοιχεία από γενιά σε γενιά. Εν ολίγοις, η μουσική και οι μουσικοί διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην ανθρώπινη ζωή, επηρεάζοντας την ψυχική και σωματική μας ευεξία, την πολιτισμική μας ταυτότητα και την κοινωνική μας συνοχή.

Εν κατακλείδι, η μουσική είναι σαν την ερωτική σχέση. Είναι ανάγκη, δεν είναι βιοπορισμός. Δεν την υπηρετείς διότι είναι μια επιλογή, την υπηρετείς γιατί δεν έχεις επιλογή να πράξεις διαφορετικά, δεν μπορείς χωρίς αυτήν. Έτσι την υπηρέτησε ο μπαρμπα Γιώργος, ο μπαρμπα Χρήστος Αληφαντάρος και τόσοι άλλοι. Ας είναι αυτό το μικρό άρθρο ένα πνευματικό μνημόσυνο σε αυτούς και μια θερμή ευχαριστία.

Μπάρμπα-Γιώργο, σε ευχαριστούμε!”

*Ο Αναστάσιος Δ. Ηλιόπουλος είναι πτυχιούχος Μουσικολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Μουσικής Μέσης Εκπαιδεύσεως, καθηγητής Βυζαντινής Μουσικής της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Καρπενησίου, Πρωτοψάλτης Ιερού Ναού Ευρυτάνων Αγίων Καρπενησίου

Διαβάστε ακόμα

Επικαιρότητα