Μια σπουδαία μορφή του ελληνικού αθλητισμού, με καταγωγή από την Ευρυτανία, θα τιμήσει το Καρπενήσι, δίνοντας το όνομά της σε έναν από τους σημαντικότερους αθλητικούς χώρους της πόλης. Την Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026, στις 11:00 το πρωί, θα πραγματοποιηθεί η τελετή ονοματοδοσίας του ανακαινισμένου Δημοτικού Σταδίου Καρπενησίου, το οποίο θα φέρει πλέον το όνομα της Δήμητρας Παπασπύρου, μιας από τις κορυφαίες Ελληνίδες δρομείς μεγάλων αποστάσεων.
Η ονοματοδοσία αποτελεί μια ιδιαίτερα συμβολική επιστροφή στις ρίζες για την αθλήτρια που ξεκίνησε από το Στένωμα Ευρυτανίας και κατάφερε να γράψει το όνομά της στην ιστορία του ελληνικού στίβου.
Η τελετή θα ξεκινήσει με την προσέλευση προσκεκλημένων, εκπροσώπων των αρχών και θεατών και θα ακολουθήσουν η εναρκτήρια ομιλία και ο αγιασμός. Χαιρετισμό θα απευθύνει ο Δήμαρχος Καρπενησίου, Χρήστος Κακαβάς, καθώς και εκπρόσωποι φορέων και προσκεκλημένοι από τον χώρο του αθλητισμού.
Κεντρική στιγμή της εκδήλωσης θα αποτελέσει η αποκάλυψη της επιγραφής με το όνομα της Δήμητρας Παπασπύρου, ενώ στη συνέχεια η ίδια θα απευθύνει ευχαριστήρια ομιλία. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει και ξενάγηση στους ανακαινισμένους χώρους του Δημοτικού Σταδίου.

Μια δεκαετία ανάμεσα στις κορυφαίες
Η Δήμητρα Παπασπύρου γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1964 στο Στένωμα Ευρυτανίας, ως η τρίτη κόρη αγροτικής οικογένειας. Τα πρώτα βήματα της μεγάλης αθλητικής της διαδρομής έγιναν στο Καρπενήσι. Όταν ήταν μαθήτρια της Γ΄ τάξης του τότε εξαταξίου Γυμνασίου, ο καθηγητής της Βασίλης Πάζιος διέκρινε τις ιδιαίτερες φυσικές της δυνατότητες και την κλίση της στους δρόμους αντοχής. Την ενέταξε σε προπονητική ομάδα και ξεκίνησε μαζί της συστηματική προετοιμασία. Το ταλέντο που εντοπίστηκε τότε εξελίχθηκε, μέσα από χρόνια προπόνησης, πειθαρχίας και επιμονής, σε μια καριέρα πανελλήνιου και διεθνούς επιπέδου.
Η Παπασπύρου πρωταγωνίστησε για σχεδόν μία δεκαετία στους δρόμους αντοχής, αγωνιζόμενη στα 3.000, 5.000 και 10.000 μέτρα, στον ανώμαλο δρόμο και αργότερα στον μαραθώνιο. Κατέκτησε πανελλήνιες διακρίσεις και κατέρριψε επανειλημμένα πανελλήνια ρεκόρ, με κορυφαίες επιδόσεις τα 9:13.12 στα 3.000 μ., 16:39.07 στα 5.000 μ. και 34:02.27 στα 10.000 μ.
Η επίδοση, ωστόσο, που σημάδεψε περισσότερο την καριέρα της ήρθε στον μαραθώνιο. Το 1988 στο Βερολίνο είχε τερματίσει σε 2:37:04. Επέστρεψε έναν χρόνο αργότερα και, την 1η Οκτωβρίου 1989, σταμάτησε το χρονόμετρο στις 2 ώρες, 34 λεπτά και 24 δευτερόλεπτα. Μια επίδοση που, 37 χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να αποτελεί τη δεύτερη καλύτερη ελληνική επίδοση όλων των εποχών στον γυναικείο μαραθώνιο, πίσω από το 2:33:40 της Μαρίας Πολύζου.
Η παρουσία της Δήμητρας Παπασπύρου ξεπέρασε γρήγορα τα ελληνικά σύνορα. Στην καριέρα της κατέκτησε την 4η θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Φοιτητών στο Ζάγκρεμπ, τερμάτισε 9η στον Μαραθώνιο της Βοστώνης και 13η στον Μαραθώνιο του Λονδίνου, ενώ είχε σημαντικές παρουσίες και στους Βαλκανικούς Αγώνες. Το 1990 φόρεσε τα ελληνικά χρώματα στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Σπλιτ, όπου κατέλαβε τη 13η θέση στον μαραθώνιο με χρόνο 2:41:47.
Ξεχωριστό κεφάλαιο της πορείας της αποτέλεσαν και οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Σεούλ το 1988. Η Ευρυτάνισσα πρωταθλήτρια είχε πετύχει το προβλεπόμενο όριο και είχε προταθεί για την ελληνική αποστολή, όμως τελικά δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτή, μετά την εφαρμογή αυστηρότερων κριτηρίων επιλογής από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή.
Δεκαετίες μετά τις μεγάλες επιτυχίες της, η διαδρομή της Δήμητρας Παπασπύρου επιστρέφει εκεί όπου ουσιαστικά ξεκίνησε, επί ευρυτανικού εδάφους. Η απόφαση να δοθεί το όνομά της στο ανακαινισμένο Δημοτικό Στάδιο Καρπενησίου δεν αποτελεί μόνο μια τιμή προς μία μεγάλη αθλήτρια. Αποτελεί ταυτόχρονα αναγνώριση μιας εποχής του ελληνικού αθλητισμού κατά την οποία οι αθλητές διέθεταν πολύ λιγότερα μέσα, εγκαταστάσεις και επιστημονική υποστήριξη από όσα υπάρχουν σήμερα.
Κυρίως, όμως, αποτελεί ένα ισχυρό μήνυμα για τις νεότερες γενιές αθλητών του τόπου μας. Γιατί από ένα μικρό χωριό όπως το Στένωμα, με αφετηρία τα μαθητικά χρόνια στο Καρπενήσι, η Δήμητρα Παπασπύρου κατάφερε να φτάσει στις μεγαλύτερες διοργανώσεις και να αφήσει επιδόσεις που παραμένουν σημείο αναφοράς σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα.


















