Οι παγκόσμιες ημέρες αποτελούν συχνά μια ευκαιρία απλά να απολαύσουμε μια αργία και να περάσουμε χρόνο με φίλους και αγαπημένα πρόσωπα. Αυτό συμβαίνει είτε επειδή έχουμε ξεχάσει με τα χρόνια την σημασία αυτών των ημερών, είτε διότι αυτή η οπτική προωθείται από επίσημα και ανεπίσημα ΜΜΕ (έντυπα, ηλεκτρονικά και άλλα), αλλά και τις κυβερνήσεις. Κάτι τέτοιο διαφοροποιεί σημαντικά και ίσως αλλοιώνει την σημασία και τις επιδιώξεις αυτών των ημερών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας η οποία συνήθως συνδέεται με ενός είδους εορτασμό για τις γυναίκες και ειδικά αυτές που βρίσκονται κοντά μας σε πολλά περιβάλλοντα, όπως το οικογενειακό, το φιλικό, το επαγγελματικό. Όμως, όπως και οι υπόλοιπες παγκόσμιες ημέρες, είναι κυρίως ερέθισμα για σκέψη, κατανόηση και δράση για αυτή (και άλλες κατά περίπτωση) κοινωνικές ομάδες πληθυσμού.
Ειδικά για τις γυναίκες, οι οποίες αποτελούν και την πλειοψηφία του πληθυσμού του πλανήτη, η παγκόσμια ημέρα που τις αφορά συνδέεται, από τη μία πλευρά με δικαιώματα και υποχρεώσεις τα οποία δεν μπορεί άνετα να απολαύσει και τις οποίες δεν μπορεί να εκπληρώσει επειδή καλείται να αντιμετωπίσει εμπόδια που αποκλείουν την επιτυχή επιτέλεση ρόλων. Ξεκινώντας με την απόλαυση δικαιωμάτων, οφείλουμε να εστιάσουμε στον περιορισμό δικαιωμάτων τα οποία θεωρούνται απαράγραπτα ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτό στην ζωή, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην επιλογή, στην γενετήσια ελευθερία. Τόσο σε χώρες που θεωρούνται ότι ανήκουν στον “αναπτυγμένο” κόσμο, όσο και σε αυτές που δεν διακρίνονται για την οικονομική τους ευρωστία, την κοινωνική τους συμπερίληψη, την ισότιμη συμμετοχή όλων στην κοινωνία και τις πολιτικές διεργασίες, πολλά από τα εμπόδια που δεν επιτρέπουν τη διαρκή, μόνιμη και άνετη απόλαυση δικαιωμάτων μπορούν να εντοπιστούν.
Από τις δολοφονίες γυναικών (ακόμη και για ασήμαντη αφορμή), έως και την καθημερινή βία η οποία συχνά “κανονικοποιείται” και από τις ίδιες (”είναι οξύθυμος ο …..”), η πραγματικότητα σε δυτικές χώρες δεν παρουσιάζεται πολύ θετική. Σε άλλες χώρες και ηπείρους, η θεσμοθετημένη σεξιστική αντιμετώπιση των γυναικών που μπορεί να εκδηλώνεται με υποδεέστερη θέση στην κοινωνική δομή και ιεραρχία. Αυτή η επίσημη -και νομική συχνά- αντιμετώπιση των γυναικών ως πολιτών δεύτερης κατηγορίας επιτρέπει συμπεριφορές και μέτρα που στοχεύουν στη διατήρησή τους σε ένα καθεστώς υποδεέστερου προσώπου που δεν έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα με τους άνδρες διότι είναι “λιγότερο” άνθρωπος. Όταν, μάλιστα, αυτές οι αρνητικές συμπεριφορές δεν έχουν οριστεί ως αδικήματα,, η αντίδραση της οργανωμένης πολιτείας είναι -στην καλύτερη περίπτωση- χλιαρή. Εννοείται πως, όταν οι συμπεριφορές επιβάλλονται από την οργανωμένη πολιτεία ή τους επίσημους και ανεπίσημους βραχίονές της, οι φωνές και οι οιμωγές των θυμάτων δεν ακούγονται.
Παρά το γεγονός ότι στις περισσότερες δυτικές (κυρίως) χώρες, όλα σχεδόν τα ανθρώπινα δικαιώματα αναγνωρίζουν ότι έχουν ως φορείς τους και τις γυναίκες, δεν σημαίνει ότι με μιας εξαλείφθηκαν τα εμπόδια και οι δυσκολίες που συναντούσαν οι γυναίκες για να τα απολαμβάνουν. Βεβαίως, τα θεσμικά τείχη έχουν σχεδόν αποδομηθεί. Όμως, η κατακρήμνιση των άλλοτε συμπαγών τοίχων, η οποία έκανε δυνατή την πρόσβαση σε δικαιώματα και δημόσια αγαθά, δεν σημαίνει αυτόματα την πραγματική απαλλαγή από ένα παρελθόν που αντιμετώπισε τις γυναίκες ως υποδεέστερες των ανδρών. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που εμφανίζονται συχνά να κινούνται σε συγκεκριμένες επαγγελματικές κατευθύνσεις, και να είναι στην πράξη ακόμη περιορισμένες στην ιδιωτική σφαίρα της καθημερινότητας. Ενδεικτικά στη χώρα μας, η συμμετοχή τους στις ένοπλες δυνάμεις ως κληρωτοί είναι πολύ περιορισμένη και η ένταξή τους στις παραγωγικές σχολές των ενόπλων δυνάμεων αποτελεί μια σχετικά πρόσφατη κατάκτησή τους (το 1989 έχουμε την εισαγωγή γυναίκας στην Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων στη Θεσσαλονίκη και από το 1991 στη Σχολή Μηχανικών Αεροπορίας και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων). Η συμμετοχή τους ως υποψήφιες σε εκλογικές διαδικασίες μπορεί να εντοπίζεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, αλλά η συμμετοχή τους στα βουλευτικά εδώλια (23%) είναι οριακά πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο (22%). Αυτό, εννοείται ότι επηρεάζει σημαντικά την λήψη αποφάσεων για ζητήματα που άπτονται ιδιαίτερα των “γυναικείων θεμάτων” για τα οποία τελικώς αποφαίνονται με μεγάλη πλειοψηφία άνδρες εκπρόσωποι του λαού.
Βεβαίως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε πολλές χώρες η σημερινή κατάσταση για τις γυναίκες συνεχίζει να είναι ιδιαίτερα αρνητική. Με την κάλυψη ή το πρόσχημα θρησκευτικών και πολιτικών κανόνων, πολλά και σημαντικά δικαιώματα αφαιρούνται ή δεν επιτρέπεται να τα απολαύσουν, ενώ χάνουν και σημαντικές ελευθερίες που αφορούν στην αυτοδιάθεση και την επίτευξη στόχων που πλέον θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτοί και επιθυμητοί για όλες -σχεδόν- τις δυτικές χώρες. Περιορισμοί στο ντύσιμο, στη δημόσια εμφάνιση χωρίς την υποχρεωτική συνοδεία ενός άνδρα-συγγενή, στην πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση δεν έχουν εξαλειφθεί. Αντίθετα, διάφορα καθεστώτα προχωρούν σε περικοπές της συντριπτικής πλειονότητας των δικαιωμάτων των γυναικών και ακυρώνουν -στην πράξη- διεθνή κείμενα που θεσπίστηκαν για την προστασία δικαιωμάτων και επιτρέπουν την πρόσβαση σε δημόσια αγαθά.
Και τι να κάνουμε λοιπόν; Νομίζω ότι είναι προφανές ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση των παιδιών μας. Μόνο μέσα από αυτή μπορούμε να ελπίζουμε ότι το μέλλον, των δυτικών τουλάχιστον κοινωνιών, θα είναι καλύτερο για όλους. Η αντιμετώπιση των γυναικών ως ίσων εκκινεί από την οργάνωση των βιβλίων και των άλλων μέσων εκπαίδευσης σε αυτή ακριβώς τη βάση. Έτσι, η ισότητα -σε όλους τους τομείς-έχει σοβαρές πιθανότητες να γίνει αντιληπτή ως κανονικότητα και όχι ως παραχώρηση ή αποτέλεσμα της “καλής προαίρεσης” μιας ομάδας, ενός φύλου, μιας εθνοτικής ή εθνικής ομάδας. Καθώς η σύμπτωση της γυναικείας φύσης με άλλα χαρακτηριστικά -όπως η καταγωγή, η ηλικία, η θρησκευτική πίστη, η σωματική, νοητική, ή άλλου είδους βλάβη, ακόμη και το χρώμα του δέρματος, επιτείνουν και δρουν πολλαπλασιαστικά αρνητικά στον τρόπο αντιμετώπισης των γυναικών, δεν θα πρέπει να λησμονούνται στην οργάνωση της εκπαιδευτικής ύλης και της εκμάθησης επαγγελματικών συμπεριφορών για τις/τους εκπαιδευτικούς μας, και όχι μόνο.
Ένα άλλο μέτρο θα μπορούσε να είναι ο οργανωμένος και με εθνική εμβέλεια σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός. Η αντιμετώπιση επαγγελμάτων ως “ανδρικά” και “γυναικεία” δεν έχει καταργηθεί αλλά διατηρείται ακόμη. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποχρεωθούν να ακολουθήσουν επαγγελματικές και εργασιακές ατραπούς οι οποίες δεν τους εκφράζουν ούτε τους γοητεύουν, αλλά ότι οφείλουμε να παρασχεθεί η πληροφόρηση και για πιθανές επαγγελματικές επιλογές οι οποίες μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν “ακατάλληλες” για τις μαθήτριες. Η επιλογή που έρχεται ως αποτέλεσμα της ενημέρωσης, των προσωπικών επιθυμιών, του ταλέντου και των υφιστάμενων δεξιοτήτων, συνήθως τείνει να είναι καλύτερη καθώς συνδυάζει την επιθυμία με την ικανότητα, την προοπτική, την ικανοποίηση και την οικονομική απολαβή.
Η νομοθεσία θα μπορούσε επίσης να εντάξει ή να τροποποιήσει μερικώς ορισμένα αδικήματα με ένα ιδιαίτερο καθεστώς “ιδιώνυμου”: η ιδέα της εισαγωγής της έννοιας της “γυναικοκτονίας” ως ενός ειδικού τύπου αδίκημα κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Χωρίς να επιθυμώ να υποκαταστήσω τους πλέον αρμόδιους που είναι -προφανώς- οι νομικοί, θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ορισμένα αδικήματα να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο όταν η κύρια, αν όχι αποκλειστική, αιτιολογία εδράζεται πάνω στο φύλο και τη θέση του στην κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις (μεταξύ ανθρώπων του ίδιου ή/και διαφορετικού φύλου). Όμως, αυτό το μέτρο αφορά την καταστολή που ίσως να είναι χρήσιμη κυρίως σε ένα βραχυπρόθεσμο ή μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα, αλλά θα πρέπει σταδιακά να καταστεί μόνο ως τελική επιλογή, εφόσον η εκπαίδευση και η κοινωνικοποίηση κινηθούν προς την κατεύθυνση της ισότιμης συμμετοχής απαλλαγμένης από προκαταλήψεις βασισμένες το φύλο.
Αναφορικά με τις χώρες όπου η θέση των γυναικών είναι θεσμικά και κοινωνικά υποδεέστερη τα πράγματα επιβάλλουν την άσκηση πιέσεων (με νόμιμα και ειρηνικά μέσα εννοείται) για την αποδοχή των δικαιωμάτων τους από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις. Αυτό, προφανώς, δεν πρέπει να ταυτίζεται με επιβολή ενός πολιτισμικού προτύπου σε άλλες χώρες, αλλά με την σταδιακή μεταστροφή και αλλαγή νοοτροπίας κυβερνώντων. Εκτός αυτού, βασικός στόχος μπορεί να είναι η συνειδητοποίηση από την πλευρά των ίδιων των γυναικών ότι η επιδίωξη της ικανοποίησης βασικών δικαιωμάτων και αναγκών τους δεν είναι πολυτέλεια, αμαρτία ή απομάκρυνση από το θρησκευτικό ιδεώδες ή την πίστη τους. Φυσικά, αυτή η επιδίωξη αναμένεται ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί καθώς οι κυβερνήσεις συχνά εμπλέκονται σημαντικά στον έλεγχο και περικοπή περιεχομένου εκπομπών, μέσων κοινωνικής δικτύωσης και όλων των μορφών ΜΜΕ (έντυπων, ηλεκτρονικών και άλλων).
Θα αναρωτηθεί κάποιος: “κατά πόσο είναι όλα αυτά πιθανά, δυνατά και εφικτά;” Πιστεύω ότι είναι και τα τρία αρκεί να αποδεχτούμε όλες και όλοι ότι η ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνιστά κοινωνικά αποδεκτή επιδίωξη, στόχο για όλες τις κοινωνικές ομάδες και το μόνο στέρεο βάθρο πάνω στο οποίο να φτιάξουμε ένα αύριο που θα είναι καλύτερο για μάς και τα παιδιά μας. Η παγκόσμια ημέρα της γυναίκας ας είναι, λοιπόν, το έναυσμα για να σκεφτούμε, να αποφασίσουμε, να διεκδικήσουμε και να πετύχουμε έναν κόσμο καλύτερο, λιγότερο απειλητικό για άτομα και ομάδες, έναν κόσμο όπου το παρόν είναι επιθυμητό και το μέλλον κρύβει μόνο θετικές προοπτικές και όχι μόνο την ελπίδα για κάτι καλύτερο, αλλά τη βεβαιότητα για ένα αύριο που θα αποτελεί μια κληρονομιά για τις επερχόμενες γενεές για την οποία θα μπορούμε να είμαστε πραγματικά υπερήφανοι.
Δημήτριος Βάντσης, αντιπρόεδρος ΣΚΛΕ Στερεάς Ελλάδας

















