Ημερομηνία

“Είμαι βιοπαλαιστής της τέχνης” | Συνέντευξη με τον Ευρυτάνα τραγουδοποιό Γιάννη Τσέρο (ΒΙΝΤΕΟ+ΦΩΤΟ)

Με αφετηρία τα παιδικά του χρόνια στην Αυστραλία (γεννήθηκε στη Μελβούρνη το 1981 και ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 7 ετών), νοσταλγικές θύμησες από την Ανατολική Φραγκίστα (το γένος Μπόνια) και μια μουσική διαδρομή που απλώνεται από την Αθήνα μέχρι τις μουσικές σκηνές της Βόρειας Ευρώπης, ο Γιάννης Τσέρος χαράζει εδώ και χρόνια μια σταθερή και ουσιαστική πορεία στον χώρο της τραγουδοποιίας, κουβαλώντας ένα πλούσιο μωσαϊκό επιρροών που αποτυπώνεται στη μουσική του ταυτότητα.

Στα τραγούδια του συνυπάρχουν το ροκ και το έντεχνο με στοιχεία παραδοσιακής μουσικής, ενώ οι στίχοι του αντλούν υλικό από προσωπικές εμπειρίες, βιώματα και εικόνες μιας ζωής σε διαρκή κίνηση. Από τις πρώτες δοκιμές με την κιθάρα στο χωριό του, την Ανατολική Φραγκίστα Ευρυτανίας, μέχρι τις συνεργασίες με καταξιωμένους δημιουργούς και τις εμφανίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, ο ίδιος ακολουθεί μια διαδρομή χωρίς εύκολες συντομεύσεις, επενδύοντας στη συνέπεια και στην ειλικρίνεια της έκφρασης.

Η πρόσφατη δισκογραφική του δουλειά «Στου Χρόνου την Αυλή» (Ogdoo Music Group, 2025) έρχεται να συμπυκνώσει αυτή τη διαδρομή, συγκεντρώνοντας τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του, με κοινό παρονομαστή την προσωπική ματιά και τη βιωματική γραφή. Ένα έργο που κινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά ηχοχρώματα, διατηρώντας ταυτόχρονα μια σαφή καλλιτεχνική ταυτότητα.

Με την Ευρυτανία να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς στη σκέψη και στη δημιουργία του, ο Γιάννης Τσέρος συνεχίζει να διαμορφώνει το δικό του μουσικό αποτύπωμα, ισορροπώντας ανάμεσα στην παράδοση και το σύγχρονο ήχο. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στα «Ευρυτανικά Νέα», μιλά για τη διαδρομή του, τις επιρροές του, τη σχέση του με τη μουσική και όσα θέλει να εκφράσει μέσω της τέχνης.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΕΡ. Πώς θα περιέγραφες τον εαυτό σου και τη μουσική που υπηρετείς; Τι επιχειρείς να εκφράσεις;

ΑΠ. Είναι δύσκολο το να περιγράψει κάποιος τον εαυτό του. Θέλω να πιστεύω πως είμαι ένας απλός “βιοπαλαιστής της τέχνης”. Είχα την τύχη να μην εξαρτώμαι από τη τέχνη μου βέβαια, όσον αφορά το βιοποριστικό κομμάτι, αλλά για κάθε άνθρωπο που θεωρεί τον εαυτό του μουσικό, αυτή η μουσική είναι και η φύση μας, ο μονόδρομός μας και το πιο έντονο χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας μας. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, από μικρό παιδί, όταν οι άλλοι τα καλοκαίρια έπαιζαν μπάσκετ στο αλώνι στην Ανατολική Φραγκίστα, εγώ ήμουν δίπλα, στο παγκάκι, με μια κιθάρα στα χέρια μου.

Τα τραγούδια μου είναι, επί το πλείστον, βιωματικής θεματολογίας όσον αφορά τον στίχο, και επηρεασμένα από τα πάρα πολλά ακούσματα που είχα από παιδί ακόμη όσον αφορά τη μουσική. Τόσο στο στιχουργικό κομμάτι όσο και στο μουσικό σίγουρα έπαιξε τον ρόλο του το ότι μεγάλωσα μέσα σε ένα σπίτι Ελλήνων στην Αυστραλία, κι έπειτα στο γκρίζο κέντρο της Αθήνας. Υπήρχαν δηλαδή μέσα στο σπίτι ακούσματα από τη δυτική μουσική των Beatles και του Bob Dylan, την ελληνική μουσική του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, τα τραγούδια του Καζαντζίδη και του Τσιτσάνη και γενικότερα όλο το λαϊκό και ρεμπέτικο, μέχρι και παραδοσιακές μουσικές της Αυστραλίας.

ΕΡ. Κυκλοφόρησες πρόσφατα το άλμπουμ «Στου Χρόνου την Αυλή»*. Τι θα ήθελες να πεις μέσα από αυτή τη δουλειά;

ΑΠ. Η συλλογή αυτή περιλαμβάνει τραγούδια που έγραψα σε διάφορες φάσεις της ζωής μου, κάποιες καλές και κάποιες όχι τόσο καλές. Όπως είπα και προηγουμένως, τα τραγούδια μου, όσον αφορά τη θεματολογία τους, είναι κυρίως βιωματικά. Κάποια έχουν ως θέμα τους την αγάπη και τον έρωτα, κάποια βασίζονται σε κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες μου, κάποια σε γεγονότα και σε προσωπικές στιγμές μου που θέλησα να μοιραστώ.

Όσον αφορά το μουσικό κομμάτι της συλλογής, χωρίς να θέλω να περιοριστώ σε κάποιο είδος, θα έλεγα ότι στη βάση τους τα τραγούδια ανήκουν στο πολύ ευρύ φάσμα της ροκ μουσικής. Ωστόσο, ακούγοντας τα τραγούδια, είναι σαφής η επιρροή κι άλλων ειδών μουσικής όπως είναι το έντεχνο τραγούδι, η παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας (βλ. Βασιλικούλα) ή της Αυστραλίας (βλ. Αθήνα) και άλλα πολλά!

ΕΡ. Ποιες ήταν οι βασικές μουσικές επιρροές που σε διαμόρφωσαν καλλιτεχνικά όλα αυτά τα χρόνια; Ποιες συνεργασίες ξεχωρίζεις;

ΑΠ. Εκτός από τις προαναφερθείσες επιρροές, μεγαλώνοντας στην Κυψέλη κι αργότερα στα νότια προάστεια της Αθήνας στα 90’s, μπήκαν στη “λίστα” μου και άλλα πιο σύγχρονα ακούσματα όπως είναι η μουσική του Παύλου Σιδηρόπουλου, των αδελφών Κατσιμίχα, των συγκροτημάτων “Τρύπες” και “Ξύλινα Σπαθιά”, γενικότερα η ροκ και έντεχνη σκηνή των 90’s.

Επίσης στα μέσα της δεκαετίας του ‘90, η αδερφή μου η Σοφία, συμμετείχε στον δίσκο του Μιχάλη Νικολούδη, Aeolia. Παρά το ότι ήμουν πολύ μικρός για να συμμετέχω σε αυτή την ομάδα ως μουσικός, το ότι τους γνώρισα και το ότι συναναστράφηκα έστω και λίγο μαζί τους, σίγουρα έπαιξε κάποιο ρόλο στον τρόπο που ακούω και που γράφω μουσική.

Έπειτα στις αρχές του 2000, γνώρισα και το “δάσκαλο” Ηρακλή Κοντό, ο οποίος ήταν παλαιότερα μουσικός στο σχήμα των Κατσιμιχαίων. Μέσω της παρέας του Ηρακλή γνώρισα, σε φιλικό επίπεδο πρώτα, τον Χάρη και έπειτα τον Πάνο, με τους οποίους συνεργαστήκαμε και δισκογραφικά και -με τον Πάνο- επί σκηνής, όπου κάναμε αφιερώματα στον Bob Dylan και στους Beatles.

Στα live αυτά τραγούδησαν μαζί μας και ο Βασίλης Καζούλης, αλλά και ο Δημήτρης Καρράς από το Όγδοο, την εταιρεία με την οποία κυκλοφόρησε ο δίσκος. Μέσω του Δημήτρη γνώρισα και τον Μανώλη Φάμελλο ο οποίος τραγούδησε τη “Ζωγραφιά” στον δίσκο. Συμμετέχουν συνθετικά και ο Χάρης με τον Πάνο με το “Στο όνειρό μου εσύ” και ο φίλος μου Ερμής Σάμσα που συνέθεσε το “Φως της Κυριακής”. Τραγούδησε και η αδερφή μου, η Σοφία, το “Φως της Κυριακής” και το “Βασιλικούλα” και έκανε φωνητικά στο “Στο όνειρό μου εσύ”. Κιθάρα έπαιξε σε δυο τραγούδια ο Κώστας Πλατανιάς, ένας εξαιρετικός νέος κιθαρίστας, ενώ την παραγωγή επιμελήθηκε ο Γιώργος Χριστοδουλάκος ο οποίος έπαιξε και σχεδόν όλα τα όργανα. Η τελική μίξη έγινε από τον Νίκο Πιτλόγλου στο Arion Studio.

ΕΡ. Πώς βλέπεις σήμερα την πορεία του Έλληνα τραγουδοποιού και γενικότερα του χώρου που κινείσαι;

ΑΠ. Είναι δύσκολος ο δρόμος για κάποιον που θέλει να ζήσει γράφοντας τραγούδια, ειδικά αν μιλάμε για τα είδη της ελληνικής μουσικής που δεν εντάσσονται στο λαϊκό τραγούδι. Στη ψηφιακή εποχή, έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα δεδομένα.

Το έντεχνο τραγούδι όπως μας το χάρισαν δημιουργοί όπως ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης ή ο Μικρούτσικος δεν κατέχει πια την κεντρική θέση που είχε παλιότερα στη μουσική. Υπάρχουν, βέβαια, ακόμα πολλοί τραγουδοποιοί που γράφουν και πειραματίζονται. Απλά είναι πολύ δύσκολο σήμερα να αποκτήσουν τη μαζικότητα που είχαν οι παλαιότεροι.

Επίσης, δεν υπάρχει πλέον το οικονομικό κέρδος που υπήρχε κάποτε, ούτε για τους μουσικούς, ούτε για τις εταιρείες. Υπάρχουν ακόμη, φυσικά, εταιρείες που ασχολούνται σοβαρά με το αντικείμενο, όπως είναι και το Όγδοο. Από τους καλλιτέχνες απαιτείται υπομονή και επιμονή. Για εμάς, δεν είναι επιλογή. Είναι η φύση μας και δεν μπορούμε να σταματήσουμε να παράγουμε.

ΕΡ. Η καταγωγή σου από την Ευρυτανία παίζει ρόλο στη μουσική σου ή στον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα;

ΑΠ. Σίγουρα παίζει ρόλο και στα δύο. Μουσικά επηρεάστηκα πάρα πολύ από τις διακοπές στο χωριό. Είχα δυο ξαδέρφια εκεί, τον Σωτήρη και τον Γιώργο. Ο ένας μου έμαθε τον Παπάζογλου και τον Περίδη, και ο άλλος μου έμαθε τους Metallica. Επίσης υπήρχε και ο παππούς μου ο Σωτήρης που μου έμαθε τα δημοτικά αλλά και τα “Τραγούδια από το αντάρτικο λημέρι” του Τζαβέλα. Αυτές οι μουσικές όχι μόνο με επηρέασαν μουσικά, αλλά και με διαμόρφωσαν κοινωνικά. Έχουν μείνει μαζί μου μέχρι σήμερα και δεν νομίζω ότι θα με αφήσουν ποτέ.

Σημείωμα καλλιτέχνη για το άλμπουμ «Στου Χρόνου την Αυλή»

«Από το 2010 περίπου μέχρι και πριν την πανδημία που μας άλλαξε τη ζωή… ταξίδευα. Ταξίδευα πολύ! Κυρίως στη Βόρεια Ευρώπη. Πέντε χρόνια πάνω-κάτω στην αγαπημένη μου Κοπεγχάγη, όπου περνούσα πάνω από 7-8 μήνες το χρόνο και την υπόλοιπη Δανία, κι άλλα τόσα περίπου στις υπόλοιπες Σκανδιναβικές χώρες, Σουηδία, Φινλανδία και στην εξίσου αγαπημένη μου Νορβηγία. Σε κάθε μέρος έκανα φίλους, φίλους καλούς που θα τους έχω για πάντα στη καρδιά μου και στη ζωή μου… έστω και αν οι αποστάσεις μας χωρίζουν. Μερικούς τους βλέπω και σήμερα σε κάθε ταξίδι προς τα εκεί. Μερικοί, κι όχι λίγοι… δεν είναι πια εδώ, αλλά με συνοδεύει η ανάμνησή τους.

Όποτε λοιπόν πάω σε ένα νέο μέρος, όποτε μπαίνω σε μια pub για να παίξω πρώτη φορά και με χτυπάει κατάμουτρα η μυρωδιά του ξύλου και της μπύρας… τους θυμάμαι όλους… αλλά περισσότερο αυτούς που δε θα ξαναδώ. Γι’ αυτό το λόγο ο απολογισμός είναι γλυκόπικρος και τα συναισθήματα ανάμεικτα. Χαίρομαι όμως για όλους τους ανθρώπους που βρέθηκαν και στάθηκαν έστω και για λίγο στο διάβα μου και τους ευχαριστώ. Όλα αυτά τα ταξίδια, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, έγιναν το υλικό για τις δικές μου δημιουργίες.

H συλλογή τραγουδιών που κρατάτε στα χέρια σας είναι μια συλλογή βιωματικών τραγουδιών, που είτε βασίστηκαν στην ίδια μου τη ζωή, είτε είναι αποτέλεσμα έμπνευσης διαφόρων συμβάντων που με χάραξαν βαθιά και άφησαν σημάδι στη ψυχή μου».

Γιάννης Τσέρος

Lysø Camping

Νορβηγία, Αύγουστος 2025.

Διαβάστε ακόμα

Επικαιρότητα